Τετάρτη, 17 Μαΐου 2017

Ο δημόσιος διάλογος για την επικείμενη συνταγματική μεταρρύθμιση και μια πρόταση για την κατεύθυνσή της

Γρηγόριος Αυδίκος
Δικαστικός Πληρεξούσιος Ν.Σ.Κ,
Δ.Ν. Δημοσίου Δικαίου Τμήματος Νομικής του Ε.Κ.Π.Α.
Μεταδιδακτορικός Ερευνητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

Ι. Εισαγωγή
Ο δημόσιος διάλογος για τη συνταγματική αναθεώρηση είναι, κατά τη γνώμη μου, ένα διαρκές φαινόμενο, δεν σταματά σχεδόν πότε. Υπό την έννοια αυτή δεν μπορεί κανείς με ευκολία να ορίσει ένα απόλυτο σημείο τομής για την αρχή του1. Ο δημόσιος διάλογος όμως που θα μας απασχολήσει στις ανάγκες της παρούσας εισήγησης εκτείνεται από τον Ιούνιο του 2016 και έπειτα, οπότε άρχισε εκ νέου έντονα ο δημόσιος διάλογος με αφορμή την εξαγγελθείσα πρόθεση της Κυβέρνησης να εκκινήσει τη διαδικασία της αναθεώρησης. Ασφαλώς οι διατυπωθείσες γνώμες, πολιτικές, επιστημονικές και άλλες στα πλαίσια του δημόσιου διάλογου είναι αναρίθμητες. Στα πλαίσια της παρούσας εισήγησης θα αναφερθούμε επιγραμματικά, λόγω χρόνου, στις πλέον προβεβλημένες.

ΙΙ. Οι προτάσεις για τη συνταγματική αναθεώρηση και η Επιτροπή Διαλόγου για τη Συνταγματική Αναθεώρηση

1. Η πρόταση της Κυβέρνησης
Τον Ιούλιο του 2016 ο Πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας παρουσίασε ο ίδιος σε ειδική εκδήλωση με αφορμή τα σαράντα δύο χρόνια από την αποκατάσταση της δημοκρατίας στην Ελλάδα, τις πρώτες προτάσεις της Κυβέρνησης για τη συνταγματική αναθεώρηση, που οργώνονταν σε πέντε άξονες2. Πρώτος άξονας σε αυτή ήταν η αρχιτεκτονική του πολιτεύματος (σημαντικά σημεία η απλή αναλογική, η εποικοδομητική ψήφος δυσπιστίας, η αλλαγή στην εκλογή του ΠτΔ και η λελογισμένη αύξηση των αρμοδιοτήτων του), δεύτερος άξονας ήταν η ενίσχυση των θεσμών άμεσης δημοκρατίας, τρίτος άξονας ήταν η ενίσχυση του κράτους δικαίου (σημαντικά σημεία σε αυτή η βουλευτική ασυλία, η ευθύνη Υπουργών, η πρόβλεψη για ειδικό γνωμοδοτικό όργανο για συνταγματικό έλεγχο σε ψηφισμένο νομοσχέδιο), τέταρτος άξονας ήταν οι σχέσεις Κράτους-Εκκλησίας και πέμπτος άξονας τα κοινωνικά δικαιώματα (σημαντικά σημεία ο δημόσιος έλεγχος σε νερό και ηλεκτρική ενέργεια και η κατοχύρωση συλλογικών διαπραγματεύσεων).
Τις παραπάνω προτάσεις, κατ' ουσίαν, εξειδικεύει η πρόταση3 για μια προοδευτική συνταγματική αναθεώρηση των Χρ. Βερναρδάκη, Αν. Δημητρόπουλου, Κ. Ζώρα, Γ. Κατρούγκαλου, Ηλ. Νικολόπουλου, Κ. Χρυσόγονου. Η πρόταση αυτή δόθηκε στη δημοσιότητα στις 27.03.2017 και εξειδικεύει τις παραπάνω προτάσεις, παρέχοντας ένα πλήρες σχέδιο Συντάγματος.

2. Η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας
Ήδη από τον Ιούνιο του 2016 η ΝΔ έχει καταθέσει στο δημόσιο διάλογο ένα συνοπτικό διάγραμμα των θέσεων της για την επικείμενη συνταγματική αναθεώρηση. Η πρόταση που έχει καταθέσει αφορά μεταξύ άλλων4, τη θητεία της Βουλής, την αναβάθμιση του Κοινοβουλίου, την ευθύνη των Υπουργών, τη βουλευτική ασυλία, τον ΠτΔ, το μονοπώλιο της ανώτατης εκπαίδευσης, τα κίνητρα για επενδύσεις και τη λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία των δικαστών.

3. Η πρόταση των Ανεξαρτήτων Ελλήνων
Τον Ιούνιο του 2016 οι Ανεξάρτητοι Έλληνες έθεσαν στο δημόσιο διάλογο5 τις προτάσεις τους για την συνταγματική αναθεώρηση. Οι προτάσεις αυτές, αν και δεν είναι εκτεταμένες, έχουν όμως τέτοιο μέγεθος που η πλήρης παράθεση τους δεν κρίνεται σκόπιμη στα πλαίσια της παρούσας εισήγησης. Αξίζει να σταθεί όμως κανείς στα εξής σημεία: Στην καθιέρωση ανώτατου ορίου για τη συνολική θητεία όλων των αιρετών αξιωμάτων, στην τροποποίηση των διαδικαστικών προϋποθέσεων για την προκήρυξη δημοψηφίσματος, ώστε ο θεσμός αυτός να αποτελέσει όργανο ελέγχου της κρατικής εξουσίας από το εκλογικό σώμα, στη θέσπιση ρητής πρόβλεψης για την προστασία της εθνικής ταυτότητας και της ελληνικής γλώσσας και τέλος στην αναθεώρηση του άρθρου 16 του Σ.

4. Η πρόταση «Ένα Καινοτόμο Σύνταγμα για την Ελλάδα»
Την εξεταζόμενη περίοδο τέθηκε στο δημόσιο διάλογο και μια άλλη συνολική επιστημονική πρόταση για τη συνταγματική αναθεώρηση με τίτλο «Ένα Καινοτόμο Σύνταγμα για την Ελλάδα»6, έχουσα τη μορφή νέου συνολικού Συντάγματος Κάποια σημαντικά σημεία της παραπάνω πρότασης είναι τα εξής:
1. Σχετική ενίσχυση των αρμοδιοτήτων του ΠτΔ και εκλογή του από σώμα ειδικών εκλεκτόρων7.
2. Εποικοδομητική ψήφος δυσπιστίας. Η Βουλή δεν μπορεί να «ρίξει» την κυβέρνηση αν συγχρόνως δεν μπορεί να αναδείξει νέα. Οδηγεί σε κυβερνήσεις ανοχής ή και μειοψηφίας8.
3. Μετατόπιση του κέντρου βάρος της νομοθέτησης από τη Βουλή στην Κυβέρνηση προς αποφυγή της ακυβερνησίας9. Η νομοθέτηση προτείνεται να γίνεται κυρίως μέσω κανονιστικών πράξεων της διοίκησης, βάσει νόμων πλαισίων που δεν θα έχουν χρονικούς περιορισμούς.
4. Εκ βάθρων ανασυγκρότηση της δικαιοσύνης με εισαγωγή συστήματος Ενιαίας Δικαιοδοσίας. Το ένα και μόνο Ανώτατο Δικαστήριο θα είναι και Συνταγματικό Δικαστήριο10.
5. Απλούστευση της διαδικασίας της αναθεώρησης του Συντάγματος ώστε να αυτή να ολοκληρώνεται κατά κανόνα σε μία Βουλή με την αυξημένη πλειοψηφία των 3/511.
6. Τέλος προτείνεται να αναγνωρισθεί ως δικαίωμα παράλληλα με την απεργία και η ανταπεργία12.

5. Η Επιτροπή Διαλόγου για τη Συνταγματική Αναθεώρηση
Σημαντικό στοιχείο που πρέπει να παρατηρήσει κανείς σε ότι αφορά το δημόσιο διάλογο για τη συνταγματική αναθεώρηση είναι η δημιουργία της Επιτροπής Διαλόγου για τη Συνταγματική Αναθεώρηση, που εξαγγέλθηκε από τον Πρωθυπουργό στις 24 Ιουλίου 2016 και συστάθηκε με την υπ. αριθ. 4116/Β/21-12-2016 απόφαση του Πρωθυπουργού.  Στην Επιτροπή αυτή ανατέθηκε με την παραπάνω απόφαση13 να οργανώσει τη δημόσια διαβούλευση για τη συνταγματική αναθεώρηση και να καταγράψει τις προτάσεις της Κοινωνίας Πολιτών που θα διατυπωθούν στο πλαίσιο αυτής, το έργο δε αυτό θα το διεξάγει με σειρά δράσεων που προβλέπονται στο άρθρο 3 της παραπάνω απόφασης, ενώ έργο της αποτελεί και η σύνταξη έκθεσης στην οποία θα συγκεντρώνονται οι διατυπωθείσες προτάσεις και θα παρουσιάζονται συνολικά τα συμπεράσματα της δημόσιας διαβούλευσης14, έργο που προβλέπεται να ολοκληρωθεί το Σεπτέμβριο του 2017 με τη σύνταξη της παραπάνω έκθεσης και την υποβολή αυτής στον Πρωθυπουργό καθώς και σε όλα τα κόμματα του Κοινοβουλίου15. Ήδη η επιτροπή έχει δημιουργήσει σχετική ιστοσελίδα16, ενώ από την 01 Μαρτίου του 2017 άρχισε η διαδικασία της διαβούλευσης, η οποία προβλέπεται να ολοκληρωθεί στις 30.06.2017, ώστε μέχρι το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους να συνταχθεί η παραπάνω έκθεση συμπερασμάτων.
Η δημιουργία της Επιτροπής αυτής δέχθηκε δριμεία κριτική από την αντιπολίτευση και μεγάλο μέρος του επιστημονικού κόσμου. Η πρόβλεψη και δημιουργία της Επιτροπής χαρακτηρίστηκε, ενδεικτικά μόνο αναφέρω, μεταξύ άλλων, ως γελοιοποίηση, ασέβεια, διαδικασία πρωτάκουστη και προκλητική17, προσχηματική και ανούσια18, σόου αποπροσανατολισμού των πολιτών από τα μεγάλα προβλήματα που βιώνουν, κομματική περιοδεύουσα φιέστα και πολλά άλλα.
Είναι όμως δικαιολογημένη αυτή η δριμεία κριτική; Οι χαρακτηρισμοί αυτοί κατ' αρχήν διέπονται, κατά τη γνώμη μου, από μια υπερβάλλουσα ένταση. Επιχειρώντας μια ψύχραιμη ματιά παραθέτω τους παρακάτω συλλογισμούς: Είναι η δημιουργία της Επιτροπής αυτής αντισυνταγματική; Η απάντηση είναι απλή, όχι. Στο μέτρο και στο βαθμό που η Επιτροπή δεν αναμιγνύεται (όπως πράγματι προβλέπεται από την ιδρυτική της απόφαση, όπως αυτή ήδη αναλύθηκε) στη διαδικασία της αναθεώρησης που προβλέπει το Σύνταγμα τότε ασφαλώς δεν παραβιάζει το Σύνταγμα. Αποτελεί γελοιοποίηση του Συντάγματος μια τέτοια διαδικασία; Ασφαλώς και όχι. Η εκτελεστική εξουσία έχει την αρμοδιότητα αλλά και την πολιτική νομιμοποίηση να οργανώνει διάλογο με τους πολίτες (και μάλιστα με τους όρους που αυτή επιλέγει), στην προσπάθεια να παρουσιάσει τις απόψεις της αλλά και να ακούσει τις απόψεις των πολιτών. Μάλιστα θεσμοί όπως η διαβούλευση επί σχεδίων νόμων είναι όλο και συχνότεροι στις ημέρες μας. Θα έλεγε κανείς μάλιστα ότι ο διάλογος με τους πολίτες ακόμα και σε ζητήματα που η γνώμη τους δεν μπορεί θεσμικά να δεσμεύσει την εκτελεστική εξουσία είναι σημαντική παράμετρος της υγιούς δημοκρατικής λειτουργίας. Κινείται επομένως η προσπάθεια αυτή σε μια κατ' αρχήν θετική κατεύθυνση.
Από την άλλη δεν μπορεί κανείς παρά να εντοπίσει και τις αδυναμίες τους εγχειρήματος αυτού. Αρχικά παρατηρεί κανείς ότι το χρονικό πλαίσιο του διαλόγου με τους πολίτες είναι ιδιαίτερα στενό. Μια διαβούλευση που φιλοδοξεί να αγκαλιάσει όλη την κοινωνία χρειάζεται πολύ περισσότερο χρόνο από τέσσερις μήνες. Έπειτα, δεν προκύπτει το δίκτυο που θα αξιοποιήσει αυτός ο διάλογος. Θα είναι απλώς κάποιες ανοιχτές συνελεύσεις πολιτών; Σε κάθε περίπτωση μέχρι σήμερα δεν υπάρχει κάποιο ακριβές πρόγραμμα αυτού του διαλόγου και μάλιστα υπό τα δεδομένα στενά χρονικά πλαίσια. Επιπροσθέτως, ο διάλογος αυτός θα ήταν χρήσιμο να μην αξιοποιήσει μόνο κάποιες λίγες ανοιχτές συνελεύσεις αλλά να περάσει μέσα από μια μεγάλη σειρά οργανώσεων της Κοινωνίας των Πολιτών, όπως π.χ. ενδεικτικά αναφέρω χώρους εργασίας στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, συλλόγους και πολλούς άλλους φορείς της Κοινωνίας των Πολιτών. Μόνο μέσα από την αξιοποίηση ενός τέτοιου μεγάλου δικτύου μπορεί ο διάλογος να φθάσει σε μεγάλο μέρος των πολιτών. Τέλος, ο διάλογος αυτός έχει το μειονέκτημα ότι μέχρι τα τέλη Μαρτίου του 2017 δεν διενεργούνταν επί συγκεκριμένων προτάσεων, όπως για παράδειγμα επί ενός σχεδίου Συντάγματος ή επί μιας συγκεκριμένης σειράς τροποποιήσεων σε άρθρα του Συντάγματος αλλά επί μια σειράς γενικών προτάσεων, καθώς μόλις στις 27 Μαρτίου δόθηκε ένα πλήρες σχέδιο Συντάγματος στη δημοσιότητα.

6. Συγκλίσεις και αποκλίσεις μεταξύ των προτάσεων για τη συνταγματική αναθεώρηση
Επιχειρώντας κανείς να κάνει μια πρώτη αποτίμηση των παραπάνω προτάσεων, κατά τη γνώμη μου, θα πρέπει να σταθεί στα εξής σημεία:
1. Κατ' αρχήν οι προτάσεις που έχουν κατατεθεί μέχρι στιγμής είναι κατά κανόνα γενικού περιεχομένου19, χωρίς να υπάρχει μια εξειδίκευση των συγκεκριμένων τροποποιήσεων. Η συγκεκριμένη λεκτική διατύπωση μιας προτεινόμενης τροποποίησης του Συντάγματος έχει πολύ μεγάλη σημασία, καθώς μικρές διαφορές στη λεκτική διατύπωση μπορούν να διαφοροποιούν κατά πολύ το παραγόμενο αποτέλεσμα.
2. Έπειτα παρατηρεί κανείς ότι υπάρχει μια ομάδα θεμάτων της συνταγματικής αναθεώρησης στα οποία υπάρχει μια σύγκλιση μεταξύ όλων ή των περισσότερων σε κάθε περίπτωση από τους συμμετέχοντες στο δημόσιο διάλογο, τόσο για το γεγονός ότι αυτά τα θέματα πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο της αναθεώρησης, όσο και για την κατεύθυνση που αυτή πρέπει να λάβει σε σχέση με τα θέματα αυτά. Είναι χαρακτηριστικό για παράδειγμα ότι η αναδιάρθρωση της ευθύνης των Υπουργών αποτελεί ζήτημα που και οι τέσσερις παρατιθέμενες ανωτέρω προτάσεις θεωρούν σκόπιμο να αποτελέσει αντικείμενο της αναθεώρησης, ενώ και η γενική προτεινόμενη κατεύθυνση είναι κοινή, δηλαδή η τροποποίηση των διατάξεων ώστε να παρέχεται μικρότερη προστασία στους Υπουργούς και μεγαλύτερη στο δημόσιο συμφέρον.
Περαιτέρω η βουλευτική ασυλία είναι ένα ζήτημα στο οποίο υπάρχει σύγκλιση με τη γενική κοινή κατεύθυνση να είναι η μείωση της προστασίας των βουλευτών, ώστε αυτή να καλύπτει μόνο την πολιτική τους δράση. Σχετική σύγκλιση, χωρίς απόλυτη ταύτιση απόψεων, υπάρχει και στο ζήτημα της εισαγωγής κωλυμάτων εκλογιμότητας, είτε αυτά αφορούν τους βουλευτές, είτε αυτά αφορούν τους Υπουργούς.
Τέλος φαινομενικά υπάρχει σύγκλιση και στο ζήτημα των αρμοδιοτήτων του Προέδρου της Δημοκρατίας. Οι συμμετέχοντες στο δημόσιο διάλογο, συμφωνούν ότι οι αρμοδιότητες του ΠτΔ είναι ένα θέμα που θα πρέπει να συμπεριλάβει μια επικείμενη συνταγματική αναθεώρηση, ενώ κατ' αρχήν φαίνεται ότι η γενική κοινή τάση είναι να υπάρχει μια έστω και μικρή αύξηση των αρμοδιοτήτων του. Το ζήτημα όμως αυτό είναι σύνθετο καθώς η ακριβής διατύπωση των νέων αρμοδιοτήτων του ΠτΔ σε συνδυασμό με τον τρόπο εκλογής του είναι κρίσιμα στοιχεία για να καταλήξει κανείς στο αν τελικώς σε αυτό το ζήτημα υπάρχει σύγκλιση ή απόκλιση.
3. Από την άλλη δεν μπορεί κανείς να μην παρατηρήσει και σημαντικές αποκλίσεις στο δημόσιο διάλογο για τη συνταγματική αναθεώρηση. Ένα από τα πλέον σημαντικά σημεία που παρατηρεί κανείς απόκλιση είναι ο ρόλος των θεσμών άμεσης δημοκρατίας στην αναθεώρηση. Μέρος των προτάσεων κατατείνουν στην με τον ένα ή άλλο τρόπο ενίσχυση των θεσμών αυτών, οι υπόλοιπες σιωπούν σ' αυτό το σημείο δείχνοντας μάλιστα σαφή προτίμηση αντί για την ενίσχυση των θεσμών αυτών, την σοβαρή ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας όχι μόνο έναντι του λαού ως συνταγματικού οργάνου αλλά και έναντι των αντιπροσώπων του, της Βουλής20.
Επιπλέον σημείο απόκλισης είναι και το πεδίο των εργασιακών δικαιωμάτων, καθώς ενώ από τη μία προτείνεται η κατοχύρωση των συλλογικών διαπραγματεύσεων ως του μοναδικού μέσου για τον προσδιορισμό του μισθού και η συνταγματική κατοχύρωση της υποχρεωτικότητας της διαιτησίας, από την άλλη προτείνεται η συνταγματική κατοχύρωση της ανταπεργίας21.
Τέλος όχι αναγκαία αποκλίνουσες, πάντως ετερόκλητες είναι και οι προτεινόμενες τροποποιήσεις των ζητημάτων που αφορούν την δικαστική εξουσία, καθώς από τη μία προτείνεται η εκ βάθρων αναδιοργάνωση της δικαιοσύνης και μάλιστα σε μία και ενιαία δικαιοδοσία με παράλληλη δημιουργία Συνταγματικού Δικαστηρίου, από την άλλη έμφαση δίνεται στην ενίσχυση της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των δικαστών, στην πρόβλεψη κωλύματος εκλογιμότητας για κάποια περίοδο για τους δικαστές και ελάσσονα (σε σχέση με τη δημιουργία Συνταγματικού Δικαστηρίου) τροποποίηση του συνταγματικού ελέγχου.
4. Ένα άλλο σημείο στο οποίο αξίζει να σταθεί κανείς είναι ότι οι προτάσεις έχουν μέχρι στιγμής αποσπασματικό χαρακτήρα και αυτό για δύο λόγους, αφενός μεν διότι δεν τοποθετούνται όλες οι προτάσεις επί όλων των ζητημάτων που έχουν θιγεί, αφετέρου δε διότι οι προτάσεις είναι συνοπτικές, παρουσιαζόμενες χωρίς κάποιου είδους εκτενή22 εισηγητική έκθεση ή επί μέρους ανάλυση σε κάθε πρόταση για τα προβλήματα που εντοπίζουν σε κάθε προτεινόμενο προς αναθεώρηση άρθρο, για τις αιτίες που γέννησαν αυτά τα προβλήματα και για την καταλληλότητα (και μάλιστα με ποια κριτήρια) των προτεινόμενων τροποποιήσεων να αντιμετωπίσουν αυτά τα προβλήματα. Η γόνιμη αντιπαράθεση όμως μεταξύ των συμμετεχόντων στο δημόσιο διάλογο μπορεί να αναδείξει τις ουσιαστικές διαφορές μεταξύ των προτάσεων και την καταλληλότητα αυτών, ενώ η σύνδεση με τα προβλήματα, τις αιτίες και τους σκοπούς των προτεινόμενων λύσεων θα φωτίσει το ιδεολογικό και πολιτικό υπόβαθρο των προτεινόμενων λύσεων και την προσφορότητά τους. Υπό την έννοια αυτή ο διάλογος που πραγματοποιείται στην εν γένει δημόσια σφαίρα αλλά και στα πλαίσια της Επιτροπής Διαλόγου για τη Συνταγματική Αναθεώρηση είναι θα έλεγε κανείς ελλιπής καθώς τα παραπάνω στοιχεία αποτελούν αναγκαίο στοιχείο ενός γόνιμου και παραγωγικού διαλόγου.
5. Το τελευταίο σημείο που αξίζει να σταθεί κανείς, και το οποίο συνδέεται με το παραπάνω, δηλαδή με την έλλειψη σύνδεσης των προτάσεων με τα προβλήματα και τις αιτίες τους, είναι και η ρητή ή σιωπηρή παραδοχή ότι τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η Ελληνική Δημοκρατία είναι δυνατό να επιλυθούν με αναθεώρηση του Συντάγματος23 και όχι με κάποιου είδους αξιοποίηση συντακτικής εξουσίας. Τίθεται όμως το εξής ερώτημα: Και αν τα προβλήματα υπερβαίνουν τις δυνατότητες της αναθεώρησης; Είναι επομένως προφανές ότι στη βάση κάθε αναθεωρητικής πρότασης, θα πρέπει να υπάρχει η παραδοχή και τα επιχειρήματα που τη στηρίζουν ότι η αναθεώρηση είναι ικανή να αντιμετωπίσει τα προβλήματα.

ΙΙΙ. Μια πρόταση για την κατεύθυνση του δημοσίου διαλόγου και της συνταγματικής αναθεώρησης

1. Εισαγωγικά
Η συγκυρία επομένως είναι κρίσιμη. Η κατεύθυνση που θα έχει η επερχόμενη συνταγματική μεταρρύθμιση θα επηρεάσει την πορεία του ελληνικού Κράτους για πολλές δεκαετίες. Η ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας και ο περιορισμός της συμμετοχής ή του ελέγχου του λαού, η αλλαγή του εκλογικού συστήματος σε λιγότερο αναλογικά μοντέλα ναι μεν μπορεί προσωρινά να κρύψει τα μεγάλα προβλήματα και τις παθογένειες των συνταγματικών ρυθμίσεων που μας οδήγησαν ως εδώ, πλην όμως δεν θα τα επιλύσει, με αποτέλεσμα αυτά να επιστρέψουν δριμύτερα. Αντίθετα μια αναθεώρηση που θα περιελάμβανε, μεταξύ άλλων, την ενίσχυση της συμμετοχής του λαού, το μεγαλύτερο έλεγχο του λαού στους αντιπροσώπους του, τη δημιουργία θεσμικών αντιβάρων και την ενίσχυση της διάκρισης των εξουσιών μπορεί να επιλύσει τις παθογένειες αυτές.
Βέβαια το ζήτημα της ανάλυσης των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η Ελληνική Δημοκρατία, των αιτιών που τα γέννησαν και εν τέλει η απάντηση στο δίλημμα αναθεωρητικός ή συντακτικός χαρακτήρας των αλλαγών υπερβαίνει τα όρια της παρούσας εισήγησης, καθώς η ανάλυση του ζητήματος αυτού είναι ιδιαίτερα εκτεταμένη. Υπαινικτικά μόνο θέτω το ζήτημα ότι ο χαρακτήρας των αλλαγών (συντακτικός ή αναθεωρητικός) θα πρέπει να είναι το πρώτο και σημαντικότερο ζήτημα που θα πρέπει να απασχολεί το δημόσιο διάλογο, όχι μόνο τον επιστημονικό αλλά και τον κοινωνικό και τον πολιτικό, καθώς πέρα από το επιστημονικό πεδίο δεν φαίνεται το ζήτημα αυτό να απασχολεί συνολικότερα το δημόσιο διάλογο.
Ο διάλογος για την επικείμενη αναθεώρηση βρίσκεται σε εξέλιξη. Οι προτάσεις όπως είδαμε σε άλλα σημεία συγκλίνουν και σε άλλα αποκλίνουν. Ακόμα όμως και σε περιπτώσεις προτάσεων, όπως αυτή της Κυβέρνησης, η οποία κινείται σε μια κατ' αρχήν προοδευτική κατεύθυνση, η συγκεκριμένη κατάστρωση των θεσμών και ο συγκεκριμένος συγκερασμός των θεσμικών τομών έχει πολύ μεγάλη σημασία στο τελικό παραγόμενο αποτέλεσμα. Στο πλαίσιο αυτό, στην παρούσα εισήγηση, γίνεται μια πρόταση για την κατεύθυνση που η συνταγματική αναθεώρηση θα πρέπει να λάβει, ως προσπάθεια συμβολής στον εξελισσόμενο δημόσιο διάλογο.

2. Μια πρόταση για την κατεύθυνση της αναθεώρησης
Η παρούσα επομένως εισήγηση κινούμενη στα όρια του δημόσιου διαλόγου για την επικείμενη αναθεώρηση, θεωρεί δεδομένη (όχι αναγκαία και αληθή) την παραδοχή ότι ο αναθεωρητικός χαρακτήρας των αλλαγών αρκεί για την αντιμετώπιση των προβλημάτων και έστω και συνοπτικά για λόγους που αφορούν τα χρονικά όρια της καταθέτει μια πρόταση για την κατεύθυνση που θα ήταν σκόπιμο να λάβει η αναθεώρηση.
Προτείνονται επομένως έξι σημεία, ως γενικό περίγραμμα και κύριο περιεχόμενο της αναθεώρησης. Τα σημεία αυτά είναι τα εξής:
α) Σημείο 1ο: Σημαντική ενίσχυση του πολιτεύματος με αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς σε ουσιαστικό και όχι συμβολικό επίπεδο, με συγκεκριμένη κατάστρωση τους που θα επιτρέψει να αποτελέσουν όργανο ελέγχου της εξουσίας και λήψης των σημαντικών αποφάσεων από τους πολίτες. Ενδεικτικά αναλύονται εδώ οι προτάσεις για το δημοψήφισμα και τη λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία.
Ειδικότερα, το δημοψήφισμα θα πρέπει να ενισχυθεί, εξάλλου η συγκεκριμένη κατάστρωσή του μέχρι σήμερα οδήγησε, αφενός μεν να χρησιμοποιηθεί μόνο μια φορά στα 42 χρόνια της μεταπολίτευσης, αφετέρου δε να αποτελεί όργανο του έχοντος την πλειοψηφία στη Βουλή κόμματος. Η πρώτη αλλαγή που θα μπορούσε να λάβει χώρα είναι να προβλεφθεί ότι το δημοψήφισμα δύναται να λάβει χώρα με πρωτοβουλία των πολιτών, δηλαδή να προβλεφθεί στο άρθρο 44 παρ. 2 η δυνατότητα συγκεκριμένου αριθμού εκλογέων (π.χ. τουλάχιστον 1.000.00024) να προκαλούν δημοψήφισμα25. Θα μπορούσε επίσης να προβλεφθεί η διεξαγωγή τοπικών δημοψηφισμάτων τόσο στο πλαίσιο των ΟΤΑ όσο και στο πλαίσιο του κράτους (π.χ. σε επίπεδο δήμου ή περιφέρειας ή αποκεντρωμένης διοίκησης) για σοβαρά τοπικά ή περιφερειακά ζητήματα, τα οποία να μπορούν να προκηρύσσονται μετά από πρωτοβουλία των πολιτών26 και αίτημα ενός ελάχιστου αριθμού αυτών (π.χ. το 1/10 των εκλογέων της εκάστοτε περίπτωσης, ώστε κατ' αναλογία να διασφαλίζονται τα παραπάνω που αναφέρθηκαν για την περίπτωση του δημοψηφίσματος). Επιπλέον, θα μπορούσε να προβλεφθεί ότι η αναθεώρηση του Συντάγματος επικυρώνεται με δημοψήφισμα27 και τούτο διότι, αφενός μεν το Σύνταγμα είναι ο καταστατικός χάρτης της χώρας και το εκλογικό σώμα έχει δικαιολογημένη προσδοκία να εκφράζεται (θετικά ή αρνητικά) ειδικά επί της εκάστοτε αναθεώρησής του, αφετέρου δε, διότι οι εκλογείς, επιλέγοντας κόμμα και αντιπροσώπους, ελάχιστα έχουν υπόψη τους τις σχεδιαζόμενες από αυτούς ρυθμίσεις της αναθεώρησης, που τυχόν θα προτείνουν, και σε κάθε περίπτωση, ακόμα και εάν τις έχουν υπόψη, ελάχιστα μπορούν να ελέγξουν τους αντιπροσώπους τους, δεδομένης της ελεύθερης εντολής28. Επίσης η αναθεώρηση θα μπορούσε να συμπεριλάβει δυνατότητα του ΠτΔ να προκαλεί δημοψήφισμα, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που αναλύονται κατωτέρω. Τέλος θα ήταν σκόπιμο η αναθεώρηση να τροποποιήσει το δημοψήφισμα κατά τέτοιο τρόπο ώστε το δημοψήφισμα να είναι υποχρεωτικό στις περιπτώσεις που διεθνής συνθήκη μεταβιβάζει κυριαρχικές αρμοδιότητες του Κράτους, με την αναγκαία μεταβατική διάταξη για τη διενέργεια δημοψηφίσματος, εντός τετραετίας από την αναθεώρηση, για όσες σήμερα βρίσκονται εν ισχύ και έχουν μεταβιβάσει κυριαρχικές αρμοδιότητες του Κράτους χωρίς να έχουν κυρωθεί με δημοψήφισμα.
Η αναθεώρηση θα μπορούσε επίσης να προβλέψει τη λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία. Η συγκεκριμένη κατάστρωση του θεσμού απαιτεί ιδιαίτερη μελέτη. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι βάση μπορεί να αποτελέσει η ανεπιτυχής, κατά τη ψήφιση του Συντάγματος του 1975, πρόταση εισαγωγής του η οποία προέβλεπε ότι η παράγραφος 73 παρ. 1 του Συντάγματος θα προέβλεπε τα εξής: «Το δικαίωμα προτάσεως νόμων ανήκει εις την Βουλήν, την Κυβέρνησιν και τον λαόν. Κατά την τελευταίαν περίπτωσιν, νομοσχέδιον εισάγεται προς συζήτησιν αν φέρει τας υπογραφάς 20.000 εκλογέων29». Η αναθεώρηση θα μπορούσε να προβλέπει δυνατότητα τόσο κατάργησης (λαϊκή αρνησικυρία) όσο και τροποποίησης ή ακόμα και θέση σε ισχύ νέων ρυθμίσεων. Κατά την εκτίμηση μου, θα ήταν σκόπιμο ο αριθμός των εκλογέων να είναι σαφώς μεγαλύτερος της παραπάνω πρότασης των 20.000 εκλογέων (για να μην υπάρχει πολύ μεγάλη πληθώρα τέτοιων προτάσεων), αλλά όχι σε ιδιαίτερα μεγάλο και αποτρεπτικό αριθμό, (π.χ. τουλάχιστον 100.00030), ώστε να δίνεται η δυνατότητα σε μια σαφώς αριθμητικά μικρότερη ομάδα πολιτών από αυτή που απαιτείται για το δημοψήφισμα να προτείνει τις ρυθμίσεις που θεωρεί σκόπιμες και αυτές να υποστούν τη βάσανο της κοινοβουλευτικής διαδικασίας, συζήτησης και διαβούλευσης με αποτέλεσμα εν τέλει τη συναγωγή συμπερασμάτων για τη Βουλή, τα κόμματα, το εκλογικό σώμα, την κοινή γνώμη. Σκόπιμο θα ήταν επίσης να προβλεφθεί, αφενός μεν ότι η Βουλή οφείλει να συζητήσει σύντομα (π.χ. εντός διμήνου) την παραπάνω πρόταση, αφετέρου δε ότι αν την απορρίψει, να υπάρχει η δυνατότητα να επανέλθει το εκλογικό σώμα, εντός προκαθορισμένου χρόνου (π.χ. εντός εξαμήνου), με την ίδια πρόταση που θα συγκεντρώνει την συναίνεση ενός πολλαπλάσιο αριθμού εκλογέων (π.χ. τουλάχιστον 800.000 εκλογέων) και τέλος ότι αν η Βουλή εκ νέου απορρίψει την παραπάνω πρόταση, αυτή τίθεται αυτομάτως σε δημοψήφισμα. Εξάλλου η πρόβλεψη για τουλάχιστον 800.000 εκλογείς πλησιάζει τον ελάχιστο αριθμό εκλογέων που απαιτούνται, κατά τα παραπάνω, ούτως ή άλλως για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος (1.000.000 σύμφωνα με την παραπάνω πρόταση). Δυνατή είναι επίσης και η πρόβλεψη λαϊκής συνταγματικής πρωτοβουλίας, δηλαδή της περίπτωσης κατά την οποία μια μερίδα εκλογέων (π.χ. 100.000 - το όριο σκοπίμως τίθεται χαμηλά, δεδομένων των παρακάτω προτεινόμενων ρυθμίσεων), να είναι σε θέση να προτείνει στη Βουλή συνταγματική αναθεώρηση (καθώς και το περιεχόμενο αυτής). Σκόπιμο, κατά την εκτίμηση μου, θα ήταν η παραπάνω πρόταση να συζητείται απλώς στη Βουλή και στην περίπτωση απόρριψης να μην προκαλείται δημοψήφισμα και τούτο διότι είναι κρίσιμο η αναθεώρηση ως μέγιστη πολιτειακή πράξη να έχει τη συναίνεση τόσο της Βουλής όσο και του εκλογικού σώματος.

β) Σημείο 2ο: Κατάστρωση των θεσμών κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούνται ισχυρά θεσμικά αντίβαρα. Θεσμικά αντίβαρα που θα μπορούσαν να αποτελέσουν μέρος μιας επικείμενης αναθεώρησης είναι κάθε λογής μικρές και μεγάλες ρυθμίσεις στο Σύνταγμα, όπως μεταξύ άλλων, αμεσοδημοκρατικοί θεσμοί, ανακλητότητα, ενίσχυση των δυνατοτήτων κοινοβουλευτικού ελέγχου, ενίσχυση της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των δικαστών. Στο πλαίσιο αυτής της εισήγησης θα σταθούμε στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και στην ανακλητότητα.
β.1. Από τις πιο σημαντικές παρεμβάσεις είναι η ενίσχυση του ρόλου του Προέδρου της Δημοκρατίας. Ειδικότερα ένα από τα ελλείμματα του Συντάγματος του 1975 είναι η ελλιπής επεξεργασία και αξιοποίηση «θεσμικών αντιβάρων» για την προστασία από την «Τυραννία της πλειοψηφίας»31 και αυτό διότι η ελληνική πολιτική και συνταγματική ιστορία είχε μεγαλύτερα προβλήματα να επιλύσει από αυτό στα χρόνια που προηγήθηκαν, όπως τη μη ομαλή διαδοχή των κυβερνήσεων, την παρέμβαση από το Στέμμα, τη γενικευμένη παραβίαση ακόμα και βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων32. Ζητούμενο επομένως στη μεγαλύτερη πορεία του ελληνικού συνταγματικού βίου, μέχρι τη μεταπολίτευση, ήταν πως η πλειοψηφία θα είναι σε θέση να εφαρμόσει απρόσκοπτα το πρόγραμμά της, χωρίς να εμποδίζεται33 από το Στέμμα, τους «συμμάχους» μας και κάθε λογής εξωθεσμικές παρεμβάσεις και όχι πως θα μπορέσει κανείς να ελέγξει την ίδια την πλειοψηφία.
Σήμερα όμως πλέον το ζήτημα της αδυναμίας της πλειοψηφίας να εφαρμόσει το πρόγραμμα της δεν τίθεται. Αντίθετα ζήτημα αποτελεί ο έλεγχος αυτής της πλειοψηφίας, στην ανεξέλεγκτη δράση της οποίας οφείλεται σε μεγάλο βαθμό η κρίση, τόσο από τη μειοψηφία και την ίδια την κοινωνία όσο και ο αυτοέλεγχος της για να είναι σε θέση η θεσμική κατάστρωση του πολιτεύματος να θέτει φραγμούς αν και όταν αυτό απαιτηθεί. Εξάλλου το ελληνικό σύστημα του πρωθυπουγοκεντρικού κοινοβουλευτισμού ομοιάζει πολύ προς τις πλειοψηφικές δημοκρατίες αγγλικού τύπου, οι οποίες αξιοποιούν εκτεταμένα τα θεσμικά αντίβαρα, καθώς όσο περισσότερο το πολιτικό σύστημα μιας χώρας είναι οργανωμένο και λειτουργεί κατά το πλειοψηφικό πρότυπο τόσο μεγαλύτερη είναι η ανάγκη, όχι απλώς να μην αποδυναμωθούν τα θεσμικά αντίβαρα αλλά μάλλον να ενισχυθούν και να καταστούν αποτελεσματικότερα για να διασφαλίζεται παράλληλα με την ισχυρή διακυβέρνηση ότι η εξουσία ελέγχεται και δεν ασκείται αυθαίρετα ή καταχρηστικά34.
Ένας Πρόεδρος της Δημοκρατίας που διαθέτει ουσιαστικές και σημαντικές αρμοδιότητες μπορεί να είναι ένα σημαντικό θεσμικό αντίβαρο35 και ακριβώς επειδή η αναθεώρηση του 1986, η οποία κατήργησε τις λεγόμενες «υπερεξουσίες» του ΠτΔ, στόχευε στην ενδυνάμωση της δημοκρατικής πολιτικής εξουσίας ως έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας36, γι' αυτό θα πρέπει να υπάρχει εκλογή του ΠτΔ από τη βάση ώστε ο τελευταίος να νομιμοποιείται δημοκρατικά στην άσκηση των νέων ουσιαστικών αρμοδιοτήτων του, ως εκφραστής της λαϊκής κυριαρχίας και παράλληλα να δρα ως θεσμικό αντίβαρο.
Προτείνεται λοιπόν ο ΠτΔ να έχει μεταξύ άλλων και τις εξής εξουσίες:
1. Να προκηρύσσει δημοψήφισμα επί κρίσιμου εθνικού θέματος μετά από πρότασή του στη Βουλή και με τη συμφωνία του 1/3 των βουλευτών.
2. Να παραπέμπει σχέδιο νόμου για προληπτικό έλεγχο της συνταγματικότητας του νόμου στο ΑΕΔ.
3. Να προτείνει σχέδια νόμων στη Βουλή, κατόπιν απλής γνώμης από τον αρμόδιο Υπουργό.
4. Να προτείνει στη Βουλή την εκκίνηση της διαδικασίας αναθεώρησης του Συντάγματος τα προς αναθεώρηση άρθρα καθώς και το περιεχόμενο της αναθεώρησης αυτής.
5. Να απευθύνει μόνος του (χωρίς προσυπογραφή) διαγγέλματα προς τον ελληνικό λαό.
6. Να συγκαλεί το Συμβούλιο των Πολιτικών Αρχηγών.
β.2. Επιπλέον, ως μέσο ενίσχυσης του συνταγματικού οργάνου λαός και ως θεσμικό αντίβαρο, η επικείμενη αναθεώρηση, θα μπορούσε να προβλέψει το θεσμό της ανακλητότητας. Και ναι μεν η ανακλητότητα είναι ένα σπάνιο φαινόμενο στις δημοκρατίες δυτικού τύπου παρόλα αυτά αφενός μεν υπάρχουν αρκετά παραδείγματα εφαρμογής της37 τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Αμερική38, γεγονός που δείχνει τη δυνατότητα εφαρμογής της στην πράξη, αφετέρου η ανακλητότητα στην Ελλάδα δεν θα αποτελούσε μια αμιγώς ιδεολογική επιλογή αποκομμένη από τις ανάγκες και τα προβλήματα που αντιμετώπισε μεταπολιτευτικά η Ελλάδα αλλά αποτελεί μια χρήσιμη παρέμβαση στην κατεύθυνση της ενίσχυσης του συνταγματικού οργάνου λαός και στην κατεύθυνση του θεσμικού ελέγχου της ανέλεγκτης στο διάστημα μεταξύ δύο εκλογών, εξουσίας. Από την άλλη η ανακλητότητα θα μπορούσε να καταστρωθεί θεσμικά κατά τέτοιο τρόπο ώστε να αποφεύγεται μια αλόγιστη ή καταχρηστική χρήση της.
Μάλιστα η επικείμενη αναθεώρηση θα μπορούσε να προβλέψει την ανακλητότητα, υπό την εκδοχή ότι αυτή είναι δυνατή στα πλαίσια του παρόντος Συντάγματος, τόσο για τους βουλευτές όσο και για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Είναι γνωστό ότι υποστηρίζεται από μέρος της θεωρίας ότι ανακλητότητα και ελεύθερη εντολή δεν συμβιβάζονται39 και ότι η ελεύθερη εντολή (αρ. 51 παρ. 2 και 60 παρ. 1 Σ.) ανήκει στις θεμελιώδεις συνταγματικές αρχές που καθορίζουν τη βάση και τη μορφή του πολιτεύματος (αρ. 110 παρ. 1 Σ.) και ότι υπό την έννοια αυτή δεν μπορεί να αναθεωρηθεί40. Κατά την άποψη μου η προσέγγιση αυτή δεν είναι ορθή. Η ελεύθερη εντολή που ιδίως το άρθρο 60 παρ. 1 του Σ. δίνει στους Βουλευτές συνίσταται στο απεριόριστο δικαίωμά τους σε γνώμη και ψήφο κατά συνείδηση. Η δυνατότητα αυτή, στα πλαίσια της ανακλητότητας, δεν αναιρείται. Ο Βουλευτής έχει απεριόριστο δικαίωμα σε γνώμη και ψήφο, για όσο διάστημα παραμένει στο αξίωμα του, ανεξάρτητα αν αυτές (η γνώμη και η ψήφος) ταυτίζονται με αυτές των εκλογέων του και ανεξάρτητα αν αυτές είναι ακόμα και αντίθετες από αυτές που υποσχέθηκε προεκλογικά στους εκλογείς. Η ανακλητότητα δεν μετατρέπει την ελεύθερη εντολή σε επιταπτική καθώς ο αντιπρόσωπος, για όσο διάστημα έχει την ιδιότητά του, δεν δεσμεύεται να εφαρμόσει ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα ή να εκφράσει συγκεκριμένες απόψεις ή να ψηφίσει με συγκεκριμένο τρόπο41. Η μόνη αλλαγή είναι ότι και οι εκλογείς, στα πλαίσια της ανακλητότητας έχουν τη δυνατότητα να κινήσουν διαδικασία ανάκλησης του αντιπροσώπου τους, υπό τους ειδικότερους όρους και προϋποθέσεις που προβλέπονται κάθε φορά. Η ανακλητότητα επομένως δεν αναιρεί την ελεύθερη εντολή αλλά αντίθετα περιορίζει την ανέλεγκτη δράση των αντιπροσώπων, γεγονός που ενισχύει τη δημοκρατία. Υπό την έννοια αυτή θεωρώ ότι μπορεί να ενταχθεί λειτουργικά και στο ισχύον Σύνταγμα. Εξάλλου σε όλες τις περιπτώσεις Κρατών που ίσχυε ή ισχύει μέχρι και σήμερα κάποια μορφή ανακλητότητας υπάρχει αντιπροσωπευτικό σύστημα που δεν φαλκιδεύεται από την ανακλητότητα.
γ) Σημείο 3ο: Ενίσχυση του ελέγχου των βουλευτών και των Υπουργών με την κατάργηση της βουλευτικής ασυλίας και της αναδιάρθρωση της ευθύνης των Υπουργών.
δ) Σημείο 4ο: Ενίσχυση της σταθερότητας της Βουλής, με την κατάργηση της δυνατότητας της Κυβέρνησης να διαλύει μονομερώς τη Βουλή με την επίκληση εθνικού θέματος. Με τη προτεινόμενη ρύθμιση ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί να διαλύσει την Βουλή μόνο πρώτον σε περίπτωση αποτυχίας των διερευνητικών εντολών για το σχηματισμό Κυβέρνησης42, είτε εξαρχής είτε μετά από παραίτηση της Κυβέρνησης, και δεύτερον σε περίπτωση που η Βουλή, κατόπιν αιτήματος είτε της Κυβέρνησης είτε του 1/3 των βουλευτών αποφασίσει τη διάλυση με τουλάχιστον 180 ψήφους επικαλούμενη εθνικό θέμα.
ε) Σημείο 5ο: Ενίσχυση του διάχυτου και παρεμπίπτοντος συνταγματικού ελέγχου με προσθήκη στο ΑΕΔ της αρμοδιότητας, κατ' εξαίρεση και υπό προϋποθέσεις, κατόπιν αιτήματος, είτε του ΠτΔ είτε, 100 Βουλευτών, να μπορεί να προβεί σε κύριο και προληπτικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων, πριν την έκδοση τους. Η αρμοδιότητα αυτή δεν θα στερεί στα κοινά δικαστήρια την αρμοδιότητα του διάχυτου και παρεμπίπτοντος ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων. Θα εξαλείψει όμως το άτοπο προφανώς αντισυνταγματικές ρυθμίσεις να διάγουν ένα βίο μηνών ή και ετών πριν ελεγχθούν παρεμπιπτόντως ως αντισυνταγματικές έχοντας ήδη δημιουργήσει μια σειρά από νομικές και πραγματικές συνέπειες η ανατροπή των οποίων, είτε μπορεί να είναι ανεπιεικής, είτε δυσχερής, ενώ παράλληλα σε όλο το διάστημα του διαδράμοντος χρόνου μέχρι τον παρεμπίπτοντα έλεγχο της συνταγματικότητας επικρατεί ανασφάλεια δικαίου σε σχέση με τη συνταγματικότητα ή μη του νόμου.
στ) Σημείο 6ο: Ενίσχυση της δημόσιας διοίκησης στο Σύνταγμα ώστε σε αυτή να εξασφαλίζεται στην πράξη και όχι στη θεωρία η συνέχεια και η αποτελεσματικότητα

IV. Επίλογος

Εν κατακλείδι, η επικείμενη συνταγματική αναθεώρηση είναι ένας εξαιρετικά σημαντικός σταθμός στη νεότερη πολιτική ιστορία και θα πρέπει να αντιμετωπιστεί με τη δέουσα προσοχή. Η ανάπτυξη ενός ζωντανού, γόνιμου και διαρκούς δημόσιου διαλόγου είναι ένα κομβικό ζήτημα στο οποίο όλοι, ο καθένας από την πλευρά του, μπορούμε και πρέπει να συμβάλλουμε. Η κατεύθυνση της αναθεώρησης και η συγκεκριμένη κατάστρωση των ρυθμίσεων είναι μεγάλης σημασίας. Ευελπιστώ και προτείνω η αναθεώρηση να αξιοποιηθεί με γνώμονα τα προβλήματα και τις δυσλειτουργίες που μας ταλαιπώρησαν τα τελευταία χρόνια, χωρίς προκαταλήψεις, με τόλμη και γενναιότητα που θα βασίζεται στη γνώση και στη συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης και θα μας παραδώσει ένα Σύνταγμα, ανανεωμένο και έτοιμο για τις προκλήσεις του μέλλοντος.















ΠΙΝΑΚΑΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ

Rappard W., The Initiative, Referendum and Recall in Switzerland, The Annals of the American Academy of Political and Social Science, Vol. 43, σ. 110-145 (προσβάσιμο στο https://www.jstor.org/stable/pdf/1012542.pdf, πρόσβαση στις 31.03.2017)

Αλέξης ντε Τόκβιλ, Η Δημοκρατία στην Αμερική, Στοχαστής, Αθήνα, 2008

Αλιβιζάτος Ν. Βουρλούμης Π., Γεραπετρίτης Γ., Κτιστάκις Γ., Μάνος Σ., Σπυρόπουλος Φ., Ένα καινοτόμο Σύνταγμα για την Ελλάδα, Μεταίχμιο, Αθήνα, 2016

Αλιβιζάτος Ν., Ποια δημοκρατία για την Ελλάδα μετά την κρίση; Για την αποκατάσταση των λέξεων και του νοήματος του, Πόλις, Αθήνα, 2013

Αλιβιζάτος Ν., Πραγματιστές, δημαγωγοί και ονειροπόλοι, Πόλις, Αθήνα, 2015

Αυδίκος Γ., Το Σύνταγμα της Βουλγαρίας μεταξύ σταθερών πολιτικών θεσμών, κοινωνική παθογένειας και της ενωσιακής πρόκλησης, σε Καλτσώνης Δ., Κανελλοπούλου - Μαλούχου Ν, Συνταγματικοί και πολιτικοί θεσμοί των Βαλκανικών Κρατών, Πεδίο, 2015, Αθήνα

Βερναρδάκη Χ., Δημητρόπουλου Α., Ζώρας Κ., Κατρούγκαλος Γ., Νικολόπουλος Η., Χρυσόγονος Κ,. Πρόταση για μια προοδευτική συνταγματική αναθεώρηση, προσβάσιμο στο:http://www.syntagma-dialogos.gov.gr/wp-content/uploads/protasi_syntagmatikis_anatheorisis_katrougkalos_vernardakis_etall.pdf (πρόσβαση 27.04.2017)

Δημητρόπουλος Α., Το Δημοψήφισμα με Πρωτοβουλία των Πολιτών ως κορυφαία πρόταση αναθεώρησης του Συντάγματος, προσβάσιμο στο www.constitutionalism.gr (πρόσβαση στις 16.01.2015)

Δρόσος Γ., Συνταγματικός λόγος, πολιτειακή κρίση και Αριστερά, The Books’ Journal, τευχ. 30, Απρίλιος 2013, προσβάσιμο και στο www.constitutionalism.gr, (πρόσβαση στις 14.01.2015)

Καλτσώνης Δ., Το δίλημμα της μπολιβαριανής δημοκρατίας, Ξιφαράς, Αθήνα, 2009

Καλτσώνης Δ.,Η αναγκαιότητα συντακτικής συνέλευσης και η ολοκλήρωση του κύκλου της Μεταπολίτευσης: Αντί για πρόλογο, δημοσιευμένο στο Καλτσώνης Δ.(επιμ), Η συνταγματική αναθεώρηση του 1975: κατ΄ άρθρο κυβερνητικά σχέδια και τροπολογίες κομμάτων και βουλευτών (Τα Ελληνικά Συντάγματα τ. ΙΙ), Ξιφαράς, Αθήνα, 2011

Μανιτάκης Α., Ανάμεσα στη γελοιοποίηση και στην ασέβεια, προσβάσιμο στο http://www.kathimerini.gr/869485/opinion/epikairothta/politikh/anamesa-sth-geloiopoihsh-kai-sthn-aseveia (πρόσβαση στις 27.04.2016)

Μανιτάκης Α., Το άδοξο τέλος της μεταπολίτευσης και οι όροι ανάδυσης μιας νέας μεταπολιτευτικής περιόδου, προσβάσιμο και στο www.constitutionalism.gr, (πρόσβαση στις 14.01.2015)

Νικολόπουλος Η., Ο θεσμός της λαϊκής νομοθετικής και συνταγματικής πρωτοβουλίας, Αντ. Σάκκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή, 1997

Παντελής Α., Εγχειρίδιο Συνταγματικού Δικαίου, Λιβάνης, Αθήνα, 2005

Παπαδοπούλου Λ., Θεσμοί "άμεσης δημοκρατίας" στο Σύνταγμα, Ευρασία, Αθήνα, 2014

Παπαδοπούλου Λ., Μορφές «Άμεσης Νομοθεσίας»: Δημοψήφισμα και λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία, προσβάσιμο στο www.constitutionalism.gr, (πρόσβαση στις 12.01.2015)

Τασόπουλος Γ., Τα θεσμικά αντίβαρα της εξουσίας και η αναθεώρηση του Συντάγματος, Σάκκουλας, Αθήνα - Θεσσαλονίκη, 2007

Χ. Ανθόπουλος, Η συνταγματική αναθεώρηση μεταξύ οικονομικής κρίσης και αντιπολιτικής, σε: Ακριβοπούλου Χ., Παπαχρήστος Ν. (επιμ.), Η πρόκληση της Αναθεώρησης του Συντάγματος, Συνέδριο ΙΣΤΑΜΕ, Αθήνα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, Σάκκουλας, 2013

1 Ενδεικτικά μόνο παραθέτω μέρος του επιστημονικού διαλόγου για την αναθεώρηση από την αρχή της τρέχουσας κρίσης: Δρόσος Γ., Συνταγματικός λόγος, πολιτειακή κρίση και Αριστερά, The Books’ Journal, τευχ. 30, Απρίλιος 2013, σελ. 26 επ., προσβάσιμο και στο www.constitutionalism.gr, (πρόσβαση στις 14.01.2015), Μανιτάκης Α., Το άδοξο τέλος της μεταπολίτευσης και οι όροι ανάδυσης μιας νέας μεταπολιτευτικής περιόδου, προσβάσιμο και στο www.constitutionalism.gr, (πρόσβαση στις 14.01.2015), Παπαδοπούλου Λ., Μορφές «Άμεσης Νομοθεσίας»: Δημοψήφισμα και λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία, προσβάσιμο στο www.constitutionalism.gr, (πρόσβαση στις 12.01.2015), Αλιβιζάτος Ν., Ποια δημοκρατία για την Ελλάδα μετά την κρίση; Για την αποκατάσταση των λέξεων και του νοήματος του, Πόλις, Αθήνα, 2013, Καλτσώνης Δ.,Η αναγκαιότητα συντακτικής συνέλευσης και η ολοκλήρωση του κύκλου της Μεταπολίτευσης: Αντί για πρόλογο, δημοσιευμένο στο Καλτσώνης Δ.(επιμ), Η συνταγματική αναθεώρηση του 1975: κατ΄άρθρο κυβερνητικά σχέδια και τροπολογίες κομμάτων και βουλευτών (Τα Ελληνικά Συντάγματα τ. ΙΙ), Ξιφαράς, Αθήνα, 2011, Δημητρόπουλος Α., Το Δημοψήφισμα με Πρωτοβουλία των Πολιτών ως κορυφαία πρόταση αναθεώρησης του Συντάγματος, προσβάσιμο στο www.constitutionalism.gr (πρόσβαση στις 16.01.2015).
2 βλ. το πλήρες κείμενο αυτής σε: http://www.kathimerini.gr/868777/article/epikairothta/politikh/h-protash-tsipra-gia-th-syntagmatikh-ana8ewrhsh (πρόσβαση 27.04.2017)
3βλ. το πλήρες κείμενο αυτής σε: http://www.syntagma-dialogos.gov.gr/wp-content/uploads/protasi_syntagmatikis_anatheorisis_katrougkalos_vernardakis_etall.pdf (πρόσβαση 27.04.2017)
5 βλ. το πλήρες κείμενο αυτής σε: http://www.syntagma-dialogos.gov.gr/?p=19887 (πρόσβαση 27.04.2017)
6 βλ. το πλήρες κείμενο αυτής σε: Αλιβιζάτος Ν. Βουρλούμης Π., Γεραπετρίτης Γ., Κτιστάκις Γ., Μάνος Σ., Σπυρόπουλος Φ., Ένα καινοτόμο Σύνταγμα για την Ελλάδα, Μεταίχμιο, Αθήνα, 2016
7 Αλιβιζάτος Ν. Βουρλούμης Π., Γεραπετρίτης Γ., Κτιστάκις Γ., Μάνος Σ., Σπυρόπουλος Φ., Ένα καινοτόμο Σύνταγμα για την Ελλάδα, οπ.π., σ. 10
8 Αλιβιζάτος Ν. Βουρλούμης Π., Γεραπετρίτης Γ., Κτιστάκις Γ., Μάνος Σ., Σπυρόπουλος Φ., Ένα καινοτόμο Σύνταγμα για την Ελλάδα, οπ.π., σ. 9
9 Αλιβιζάτος Ν. Βουρλούμης Π., Γεραπετρίτης Γ., Κτιστάκις Γ., Μάνος Σ., Σπυρόπουλος Φ., Ένα καινοτόμο Σύνταγμα για την Ελλάδα, οπ.π., σ. 9
10 Αλιβιζάτος Ν. Βουρλούμης Π., Γεραπετρίτης Γ., Κτιστάκις Γ., Μάνος Σ., Σπυρόπουλος Φ., Ένα καινοτόμο Σύνταγμα για την Ελλάδα, οπ.π., σ. 12-13
11 Αλιβιζάτος Ν. Βουρλούμης Π., Γεραπετρίτης Γ., Κτιστάκις Γ., Μάνος Σ., Σπυρόπουλος Φ., Ένα καινοτόμο Σύνταγμα για την Ελλάδα, οπ.π., σ. 13
12 Αλιβιζάτος Ν. Βουρλούμης Π., Γεραπετρίτης Γ., Κτιστάκις Γ., Μάνος Σ., Σπυρόπουλος Φ., Ένα καινοτόμο Σύνταγμα για την Ελλάδα, οπ.π., σ. 13
13 βλ. αρ. 2 της υπ. αριθ. 4116/Β/21-12-2016 απόφασης του Πρωθυπουργού
14 βλ. αρ. 2 της υπ. αριθ. 4116/Β/21-12-2016 απόφασης του Πρωθυπουργού
15 βλ. αρ. 2 της υπ. αριθ. 4116/Β/21-12-2016 απόφασης του Πρωθυπουργού
16 http://www.syntagma-dialogos.gov.gr
17 Μανιτάκης Α., Ανάμεσα στη γελοιοποίηση και στην ασέβεια, προσβάσιμο στο http://www.kathimerini.gr/869485/opinion/epikairothta/politikh/anamesa-sth-geloiopoihsh-kai-sthn-aseveia (πρόσβαση στις 27.04.2016)
18 Δελτίο Τύπου ΝΔ, https://left.gr/news/oi-antidraseis-ton-kommaton-stis-kyvernitikes-protaseis-gia-ti-syntagmatiki-anatheorisi (πρόσβαση στις 27.04.2016)
19 Η παρατήρηση αυτή δεν αφορά την πρόταση των κ.κ. Αλιβιζάτου Ν. Βουρλούμη Π., Γεραπετρίτη Γ., Κτιστάκι Γ., Μάνου Σ., Σπυρόπουλου Φ., Ένα καινοτόμο Σύνταγμα για την Ελλάδα, οπ.π., καθώς σε αυτή παρατίθεται αναλυτικό σχέδιο του προτεινόμενου Συντάγματος, ούτε αφορά την πρόταση για μια προοδευτική συνταγματική αναθεώρηση των Χρ. Βερναρδάκη, Αν. Δημητρόπουλου, Κ. Ζώρα, Γ. Κατρούγκαλου, Ηλ. Νικολόπουλου, Κ. Χρυσόγονου, οπ.π.

20 Αλιβιζάτος Ν. Βουρλούμης Π., Γεραπετρίτης Γ., Κτιστάκις Γ., Μάνος Σ., Σπυρόπουλος Φ., Ένα καινοτόμο Σύνταγμα για την Ελλάδα, οπ.π., σ. 9
21 Αλιβιζάτος Ν. Βουρλούμης Π., Γεραπετρίτης Γ., Κτιστάκις Γ., Μάνος Σ., Σπυρόπουλος Φ., Ένα καινοτόμο Σύνταγμα για την Ελλάδα, οπ.π., σ. 13
22 Είναι ενδεικτικό ότι ακόμα και οι δύο ολοκληρωμένες προτάσεις των Αλιβιζάτου κλπ. και Κατρούγκαλου κλπ. δεν έχουν μια εκτενή εισηγητική έκθεση, η οποία να αναλύει τα επί μέρους προβλήματα και τις προτεινόμενες λύσεις, παρά μόνο ένα μικρό εισαγωγικό σημείωμα.
23 Η πρόταση των ΑΝΕΛ αντιμετωπίζει αυτό το ζήτημα εντελώς συνοπτικά και δίνει μια θα έλεγε κανείς υπαινικτική απάντηση. Η συνοπτική πάντως αντιμετώπισή του δεν είναι δεκτική μιας συνολικής αξιολόγησης.
24 Ο αριθμός αυτός είναι ιδιαίτερα μεγάλος και ικανοποιητικός, αν υπολογίσει κανείς ότι το σύνολο των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων στις βουλευτικές εκλογές του 2015 ανέρχονταν σε 9.911.495 (βλ. www.ypes.gr). To 1.000.000 εκλογείς δηλαδή αντιπροσωπεύει πάνω από το 1/10 του εκλογικού σώματος (εξάλλου είναι γνωστό ότι οι πραγματικοί εκλογείς είναι σαφώς λιγότεροι λόγω μη εκκαθάρισης των εκλογικών καταλόγων). Κατά αυτόν τον τρόπο διασφαλίζεται αφενός μεν η μη συχνή και αδικαιολόγητη προσφυγή σε δημοψήφισμα, αφετέρου δε ότι το ζήτημα αυτό ενδιαφέρει έντονα ένα σημαντικό ποσοστό του εκλογικού σώματος και είναι εξαιρετικά πιθανό να αποτελεί κρίσιμο θέμα που ενδιαφέρει το σύνολο της κοινωνίας.
25 βλ. και την πρόταση του Α. Δημητρόπουλου για εισαγωγή στο άρθρο 44 δυνατότητας το δημοψήφισμα να προκηρύσσεται μετά από πρωτοβουλία των πολιτών στο Δημητρόπουλος Α., Το Δημοψήφισμα με Πρωτοβουλία των Πολιτών ως κορυφαία πρόταση αναθεώρησης του Συντάγματος, προσβάσιμο στο www.constitutionalism.gr, (πρόσβαση στις 12.01.2015), όπου αναφέρεται ότι: «25. Το άρθρο 44 παρ. 2 εδ α΄ του ισχύοντος Συντάγματος, που προβλέπει το «εθνικό δημοψήφισμα», θα μπορούσε να διαμορφωθεί ως εξής, ώστε στην ήδη προβλεπόμενη μορφή του κυβερνητικού δημοψηφίσματος να προστεθεί και το προεδρικό δημοψήφισμα όπως επίσης και το δημοψήφισμα με πρωτοβουλία των πολιτών: 26. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας προκηρύσσει με διάταγμα δημοψήφισμα για κρίσιμα εθνικά θέματα, είτε κατά τη κρίση του είτε εφόσον το ζητήσουν τουλάχιστον 500.000 εκλογείς ή 100.000 εκλογείς και συναινέσουν 120 βουλευτές ή ύστερα από απόφαση της απόλυτης πλειοψηφίας του όλου αριθμού των βουλευτών, που λαμβάνεται με πρόταση του υπουργικού συμβουλίου.»
26 Δεδομένου ότι ήδη προβλέπεται τοπικό δημοψήφισμα στο άρθρο 216 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, ήτοι το ν. 3463/2006 (διάταξη που δεν καταργήθηκε με τον Καλλικράτη) μετά από απόφαση του οικείου δημοτικού συμβουλίου, που λαμβάνεται με την πλειοψηφία των δύο τρίτων (2/3) του συνόλου των μελών, υπό την επιφύλαξη της θέσπισης και κύρωσης νέου κωδικοποιημένου κειμένου για την τοπική αυτοδιοίκηση μετά το ν. 3852/2010 (Καλλικράτης), βλ. την παρ. 10 άρθρου 22 ν. 4304/2014.
27 Θεσμός όχι άγνωστος στη συνταγματική πρακτική, βλ. σχετικά Νικολόπουλος Η., Ο θεσμός της λαϊκής νομοθετικής και συνταγματικής πρωτοβουλίας, Αντ. Σάκκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή, 1997, σ. 49,55 επ.
28 Όπως όμως θα σημειωθεί κατωτέρω κρίσιμο η αναθεώρηση ως μέγιστη πολιτειακή πράξη να έχει τη συναίνεση τόσο της Βουλής όσο και του εκλογικού σώματος
29βλ. Νικολόπουλος Η., οπ.π., σ. 192 και τις εκεί παραπομπές στα πρακτικά των συνεδριάσεων της Βουλής και των επιτροπών αναθεώρησης του Συντάγματος.
30 Ο αριθμός των εκλογέων που ενεργοποιούν την λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία εμφανίζει διεθνώς μια εξαιρετικά μεγάλη ποικιλία, βλ. σχετικά Νικολόπουλος Η., οπ.π., σ. 183-191, π.χ. 50.000 στην Ιταλία, 500.000 εκλογείς στην Ισπανίας στο Σύνταγμα του 1978, 5.000 εκλογείς στη Σλοβενία στο Σύνταγμα του 1991, 250.000 εκλογείς στη Ρουμανία στο Σύνταγμα του 1992, 100.000 στην Αυστρία.
31 βλ. αντί πολλών Αλέξης ντε Τόκβιλ, Η Δημοκρατία στην Αμερική, Στοχαστής, Αθήνα, 2008
32 Αλιβιζάτος Ν., Πραγματιστές, δημαγωγοί και ονειροπόλοι, Πόλις, Αθήνα, 2015, σ. 531-532, Η ελληνική εκδοχή αυτού του παλιού προβλήματος αφορούσε στην Ελλάδα τόσο το ζήτημα της αξιοποίησης αθέμιτων μέσων από την κυβερνώσα πλειοψηφία για να παραμείνει στην εξουσία (π.χ. πολιτικές συναλλαγές, ρουσφέτια, διαφθορά) με τον έμμεσο ή άμεσο επηρεασμό του εκλογικού σώματος όσο και το ζήτημα του ελλιπούς ελέγχου της δράσης της που γέννησε στο ελληνικό πολιτικό και κοινωνικό πεδίο μια μεγάλη σειρά από παθογένειες (π.χ. κομματικό κράτος, διαφθορά, αναξιοκρατία)
33 Αλιβιζάτος Ν., Πραγματιστές, δημαγωγοί και ονειροπόλοι, οπ.π., σ. 532
34 Τασόπουλος Γ., Τα θεσμικά αντίβαρα της εξουσίας και η αναθεώρηση του Συντάγματος, Σάκκουλας, Αθήνα - Θεσσαλονίκη, 2007, σ. 34 επ.
35Είναι εξάλλου χαρακτηριστικό ότι ο Ε. Βενιζέλος θεωρούσε ότι ο αρχηγός του κράτους είναι ουσιαστικό θεσμικό αντίβαρο και γι' αυτό θα πρέπει να είναι εφοδιασμένος με ουσιαστικές αρμοδιότητες, βλ. Αλιβιζάτος Ν., Πραγματιστές, δημαγωγοί και ονειροπόλοι, οπ.π., σ. 67 επ.
36 Τασόπουλος Γ., Τα θεσμικά αντίβαρα της εξουσίας και η αναθεώρηση του Συντάγματος, οπ.π., σ. 62
37 βλ. 1) Νικολόπουλος Η., Ο θεσμός της λαϊκής νομοθετικής και συνταγματικής πρωτοβουλίας, οπ.π.,. 23 επ., όπου αναφέρονται τα παραδείγματα διαφόρων δυτικών πολιτειών των Η.Π.Α., της Διακήρυξης δικαιωμάτων του Ροβεσπιέρου στη Γαλλική Επανάσταση, της Γαλλικής Κομμούνας του 1870, γερμανικών κρατιδίων τόσο στο μεσοπόλεμο όσο και σε κάποιες περιπτώσεις μέχρι σήμερα, κάποιες βαλτικές χώρες στο μεσοπόλεμο όσο και το Σύνταγμα της Βαϊμάρης και 2) Παπαδοπούλου Λ., Θεσμοί "άμεσης δημοκρατίας" στο Σύνταγμα, Ευρασία, Αθήνα, 2014, σ. 61, όπου επίσης αναφέρονται κρατίδια της Γερμανίας., 3) βλ. τέλος Rappard W., The Initiative, Referendum and Recall in Switzerland, The Annals of the American Academy of Political and Social Science, Vol. 43, σ. 110-145 (προσβάσιμο στο https://www.jstor.org/stable/pdf/1012542.pdf, πρόσβαση στις 31.03.2017), όπου αναφέρει το παράδειγμα της Ελβετίας.
38 1) Ανακλητότητα περιέχει το Σύνταγμα της Βενεζουέλας ήδη από το 1999, βλ. Καλτσώνης Δ., Το δίλημμα της μπολιβαριανής δημοκρατίας, Ξιφαράς, Αθήνα, 2009, σ. 87 επ. 2) Δυνατότητες ανακλητότητας των αντιπροσώπων βρίσκει κανείς και στον Καναδά σήμερα, βλ. http://elections.bc.ca/recall-initiative/recall/
39 βλ. Νικολόπουλος Η., Ο θεσμός της λαϊκής νομοθετικής και συνταγματικής πρωτοβουλίας, οπ.π., σ. 32
40 βλ. Χ. Ανθόπουλος, Η συνταγματική αναθεώρηση μεταξύ οικονομικής κρίσης και αντιπολιτικής, σε: Ακριβοπούλου Χ., Παπαχρήστος Ν. (επιμ.), Η πρόκληση της Αναθεώρησης του Συντάγματος, Συνέδριο ΙΣΤΑΜΕ, Αθήνα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, Σάκκουλας, 2013, σ. 267 επ., σε: Παπαδοπούλου Λ., Θεσμοί "άμεσης δημοκρατίας" στο Σύνταγμα, οπ.π.,, σ. 61
41 βλ. για το περιεχόμενο της επιτακτικής εντολής αντί πολλών Παντελής Α., Εγχειρίδιο Συνταγματικού Δικαίου, Λιβάνης, Αθήνα, 2005, σ. 101

42 βλ. και Αυδίκος Γ., Το Σύνταγμα της Βουλγαρίας μεταξύ σταθερών πολιτικών θεσμών, κοινωνική παθογένειας και της ενωσιακής πρόκλησης, σε Καλτσώνης Δ., Κανελλοπούλου - Μαλούχου Ν, Συνταγματικοί και πολιτικοί θεσμοί των Βαλκανικών Κρατών, Πεδίο, 2015, Αθήνα, σ. 64 επ.