Σάββατο 18 Σεπτεμβρίου 2010

Οι κατευθυντήριες του Ποινικού Δικαίου υπό το πρίσμα της καπιταλιστικής ανάπτυξης, Αγάπιος Παπανεοφύτου, Επικουρος Καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

Οι κατευθυντήριες του Ποινικού Δικαίου
υπό το πρίσμα της καπιταλιστικής ανάπτυξης


Αγάπιος Παπανεοφύτου
Επικ. Καθηγητής στο
Πάντειο Παν/μιο


Οι κανόνες του Ποινικού Δικαίου, όπως και το σύνολο των κανό- νων που συγκροτούν τους επιμέρους κλάδους του δικαίου, αντικατοπτρί- ζουν στο περιεχόμενό τους τις θεμελιώδεις αρχές λειτουργίας του κυρί- αρχου πολιτικοοικονομικού συστήματος. Και δεν θα μπορούσε να ισχύει κάτι διαφορετικό αφού και το ποινικό δίκαιο λειτουργεί και εξελίσσεται μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Αποτελεί, δηλαδή, αναπόσπαστο οργανικό στοιχείο της κοινωνικής πραγματικότητας και μεταβάλλεται αντίστοιχα και ανάλογα προς τη διαδικασία της ιστορικής εξέλιξης της ανθρώπινης κοινωνίας. Συνεπώς, στους κανόνες του ποινικού δικαίου, όπως συμβαίνει με τους υπόλοιπους νομικούς κανόνες, αντανακλάται ο συσχετισμός των οικονομικών και πολιτικοκοινωνικών δυνάμεων στον συγκεκριμένο χώρο και κοινωνικό σχηματισμό, όπως αυτός διαμορφώνεται ως αποτέ- λεσμα της αντιπαράθεσης των ομάδων των συγκρουόμενων συμφερόντων που τις εκπροσωπούν.
Αντίστοιχα και το περιεχόμενο της ρυθμιστικής παρέμβασης του συστήματος των ποινικών κανόνων αποσκοπεί, πρωτίστως, στην κατοχύ- ρωση και προώθηση των συμφερόντων της επικρατούσας στο δεδομένο χρόνο και κοινωνικό-κρατικό σχηματισμό δύναμης-τάξης. Η τάξη αυτή επιβάλλεται και ως πολιτικά κυρίαρχη είτε με την άσκηση είτε με τον έλεγχο της κρατικής εξουσίας, η οποία της εξασφαλίζει την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου - μέσω των καταναγκαστικών μηχανισμών που αυτή μόνο διαθέτει - και συνακόλουθα τη διατήρηση των κατεστημένων δομών και οικονομικών σχέσεων.
Η θέση αυτή δεν αποτελεί απλά ένα δογματικό αποκύημα των κλασσικών της μαρξιστικής θεωρίας και των εκπροσώπων της, αλλά είναι, όπως σημειώνεται, μεταξύ άλλων και από το Μάνεση, «μια ρεαλι- στική διαπίστωση, προϊόν κριτικών παρατηρήσεων της κοινωνικής πραγ- ματικότητας επαληθευμένη από την ιστορία και αποτελεί σήμερα κοινό τόπο της πολιτικής κοινωνιολογίας και της κοινωνιολογίας του δικαίου». Και βέβαια δεν αποτελεί γνωστικό εύρημα της σύγχρονης σκέψης. Ήδη στην Πλάτωνος Πολιτεία, περισσότερα από δύο χιλιάδες χρόνια πριν, ο σοφιστής Θρασύμαχος είχε επισημάνει ότι «εν απάσαις ταις πόλεσι ταυ- τόν είναι δίκαιον το της καθεστηκυίας αρχής συμφέρον».
Αλλά και από τους σύγχρονους εκπροσώπους της ποινικής επιστή- μης αναγνωρίζεται η ευθεία σύνδεση των κανόνων του ποινικού δικαίου με τα συμφέροντα των κυρίαρχων τάξεων. Όπως χαρακτηριστικά επιση- μαίνει ο Μαγκάκης «η αποστολή ενός σύγχρονου Ποινικού Δικαίου συνίσταται στην προστασία των κοινωνικών αξιών. … με βάση τη δια- πίστωση αυτή επιβάλλεται, όπως σημειώνει ο συγγραφέας, «η αποδοχή της βασικής θέσης της μαρξιστικής ανάλυσης ότι σε μια ταξική κοινωνία οι αξίες αυτές προκύπτουν μέσα από τη διαλεκτική της κοινωνικής διαδι- κασίας και ότι εκφράζουν επομένως το ισχύον κοινωνικοπολιτικό σύστη- μα και τις κρατούσες κοινωνικοπολιτικές δυνάμεις». Και ο Μανωλεδά- κης σημειώνει ότι «οι κοινωνικές σχέσεις ρυθμίζονται με κανόνες που θέτει η υπερέχουσα βούληση μέσα στην κοινωνία, η οποία και καθορίζει τα υλικά εκείνα αγαθά που επιθυμεί αυτή να προστατεύσει ιδιαίτερα». Και ο συγγραφέας συνεχίζει: « Όπως γίνεται φανερό στην επιλογή των υλικών αγαθών και στην προαγωγή τους σε έννομα αγαθά, κύριο ρόλο παίζει το συμφέρον των κρατούντων σε μια δεδομένη κοινωνία, που εκφράζεται με τη διατύπωση της υπερέχουσας βουλήσεώς τους». Εξίσου σαφής είναι και ο Χαραλαμπάκης: « Το δίκαιο γενικότερα και το ποινικό δίκαιο ειδικότερα εμφανίζεται ως μέσο επιβολής των απόψεων της κρα- τούσας τάξεως στο κοινωνικό σύνολο».
Συνεπώς, με δεδομένο ότι η ιδεολογία του αστικού φιλελευθερι- σμού, μετά την ανατροπή του σοβιετικού πολιτικοοικονομικού συστήμα- τος, εκφράζει την κυρίαρχη πολιτική σκέψη σε παγκόσμιο επίπεδο και ιδίως στην ευρωπαϊκή ήπειρο, το σύνολο των κανόνων που παράγονται από τις κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες στις επιμέρους κρατικές οντότητες υπηρετούν τους μηχανισμούς των πολιτικών και οικονομικών δομών του αστικού κράτους και συνακόλουθα τα συμφέροντα των κυρίαρχων τάξε- ων στο πολιτειακό μόρφωμα του αστικού κράτους. Συνεκτικό στοιχείο των επιμέρους εκφάνσεων της δομής του τελευταίου είναι ο σαφής προσ- ανατολισμός της πολιτικής που προωθεί στη στήριξη των θεμελιωδών αρχών λειτουργίας του καπιταλιστικού μοντέλου ανάπτυξης.
Η σύνδεση άλλωστε του αστικού κράτους με τη στήριξη και εξέ- λιξη των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής είναι ιστορικά, από την κατάκτηση δηλαδή της πολιτικής εξουσίας από την αστική τάξη, άρρηκτη και αδιαμφισβήτητη. Για το θέμα αυτό δεν χρειάζεται να επεκταθώ μια και αποτελεί κοινό, ελάχιστο έστω, τόπο παραδοχής τόσο των εκπροσώπων της αστικής όσο και αυτών της μαρξιστικής σκέψης.
Συνακόλουθα και οι αρχές που προσδιορίζουν τα βασικά χαρακτη- ριστικά του συνόλου των νομικών κανόνων που παράγει το Αστικό Κρά- τος Δικαίου δεν μπορεί παρά να συμπορεύονται με τις αξιώσεις διασφά- λισης και ενίσχυσης των οικονομικών σχέσεων, στοιχείων και δεδομένων που συγκροτούν τους συνεκτικούς αρμούς της καπιταλιστικής οικονο- μίας. Παράλληλα βέβαια το παραγόμενο νομικό προϊόν υπηρετεί τα συμ- φέροντα και ανταποκρίνεται στις επιλογές των οικονομικά ισχυρών τάξε- ων που αποτελούν και τις κυρίαρχες δυνάμεις του καπιταλιστικού συστή- ματος.
Στο σημείο αυτό είναι όμως απαραίτητη, για να αποφύγουμε παρ- ερμηνείες, μια βασική επισήμανση. Η επιδίωξη των ταξικά κυρίαρχων δυνάμεων να ικανοποιήσουν απόλυτα τα συμφέροντά τους, εις βάρος των αντιθέτων, κατά κανόνα, συμφερόντων των υποτελών τάξεων, τις οδηγεί μοιραία και αναπόφευκτα σε σύγκρουση με τις καταπιεζόμενες και σαφώς πολυπληθέστερες κοινωνικές ομάδες. Στο βαθμό και στην έκταση που συμβαίνει αυτό θέτει σε κίνδυνο την κυριαρχία τους και ακόμη περισ- σότερο μπορεί να οδηγήσει στην ανατροπή τους.
Η ιστορικά αποδεδειγμένη αυτή εμπειρία, που φτάνει μέχρι τη σχετικά πρόσφατη περίοδο της μεταμεσαιωνικής απολυταρχίας αλλά και τη μεταγενέστερη εποχή της αποικιοκρατίας, επέδρασε εκ των πραγ- μάτων καταλυτικά στη διαμόρφωση τάσεων αυτοσυγκράτησης στους κόλπους των κυρίαρχων τάξεων, οι οποίες, αντί να διακυβεύουν την κυριαρχία τους, προτιμούν να παραχωρούν κάποια δικαιώματα που εξυπηρετούν συμφέροντα των κατώτερων τάξεων.
Παράλληλα όμως και η δυναμική της αντίδρασης των κυριαρ- χούμενων κοινωνικών δυνάμεων, στην ιστορική πορεία της εξέλιξης της ταξικής πάλης, συνέβαλε αποφασιστικά στην καθιέρωση πλέον ως στρα- τηγικής των επικρατουσών οικονομικοκοινωνικά τάξεων της εφαρμογής συχνά της τακτικής της υποχώρησης, η έκταση της οποίας καθορίζεται ποιοτικά και ποσοτικά, σε πρώτο βαθμό, από την ένταση και την έκταση των διεκδικητικών αγώνων των εξουσιαζόμενων τάξεων.
Εφόσον οι αντικειμενικές συνθήκες, οι οποίες κατά κανόνα συν- τρέχουν στις σύγχρονες μορφές πολιτειακής οργάνωσης, δεν επιτρέπουν στην άρχουσα κοινωνική τάξη, τουλάχιστον μέχρι σήμερα, να ασκεί άμεσα και την πολιτική εξουσία, τη διαδικασία εφαρμογής αυτής της στρατηγικής αναλαμβάνει η πολιτική εξουσία, δηλαδή ο μηχανισμός του κράτους. Κύριο μέσο υλοποίησής της είναι η νομοθεσία.
Έτσι, κατ΄ αποτέλεσμα, το μεν δίκαιο παρουσιάζει τα χαρακτη- ριστικά του εξισορροπητικού των ταξικών αντιπαραθέσεων παράγοντα, με τη μορφή της, εν μέρει τουλάχιστον, ανταπόκρισης των ρυθμίσεών του στο συσχετισμό των ταξικών δυνάμεων, η δε κρατική εξουσία εμφανίζει στοιχεία σχετικής αυτονομίας και λειτουργεί συνθετικά. Παράλληλα, δηλαδή, με τη διαχείριση των συμφερόντων της κοινωνικοοικονομικά επικρατούσας τάξης επιδιώκει και τη διαμόρφωση των όρων, ώστε να εμφανίζεται και ως εγγυήτρια της κοινωνικής συνύπαρξης και ειρήνης.
Αυτή η σχετική αυτονομία του κράτους ενισχύεται σημαντικά από τη δημοκρατική νομιμοποίησή του, η οποία θεμελιώνεται στην αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, κορυφαία κατάκτηση των λαών στα σύγχρονα αστικά πολιτεύματα. Έτσι, και κυρίως με τη διαδικασία της δι΄ εκλογής ανά- δειξης των οργάνων της, η κρατική εξουσία αποκτά την «έξωθεν καλή μαρτυρία», δηλαδή το τεκμήριο της νομιμοποίησης της δράσης της - αφού στηρίζεται στη συναίνεση του λαού - γεγονός που ενισχύει την αυτονομία της και επιπλέον δημιουργεί υπόβαθρο λαϊκής αποδοχής και υιοθέτησης των πολιτικοκοινωνικών της στόχων.
Συνακόλουθα, εκμαιεύει τη συγκατάθεση των υποτελών τάξεων και ως προς τις νομοθετικές της επιλογές, μέσω των οποίων ελέγχει απο- τελεσματικά τη λειτουργία του κοινωνικού βίου, παράλληλα δε εξασφα- λίζει την ησυχία και την τάξη με την ηθελημένη προσχώρηση των λαϊκών στρωμάτων στην κρατούσα έννομη τάξη. Το δίκαιο, λοιπόν, εξοπλισμένο με την consensus ή τουλάχιστον την ανοχή των κοινωνών του, επιτελεί τον πρωταρχικό του σκοπό, την εξασφάλιση δηλαδή της ειρηνικής συμβίωσης των ανθρώπων στους δεδομένους κοινωνικούς σχηματισμούς και ταυτόχρονα εξυπηρετεί τη διατήρηση της κατεστημένης δομής τους.
Όπως όμως τονίστηκε, η απεξάρτηση της κρατικής εξουσίας από τη βούληση της άρχουσας τάξης είναι σχετική. Παρά δηλαδή τη μερική αυτονομία που διαθέτει το κράτος εξακολουθεί να εξυπηρετεί τους βασι- κούς στόχους και να ανταποκρίνεται στα πάγια συμφέροντα των κυρί- αρχων τάξεων. Με άλλα λόγια, στο καπιταλιστικό σύστημα αυτός καθ- αυτός ο ρόλος του κράτους ως παράγοντα συνοχής και διατήρησης των δομών ενός οργανωμένου κοινωνικού σχηματισμού επιβάλλει τη σχε- τική αυτονομία της πολιτικής του εξουσίας και οριοθετεί το περιεχόμενό της. Έχει βεβαιωτικό της εξουσίας των κυρίαρχων τάξεων χαρακτήρα. Η σχετική του αυτονομία είναι σε τελευταία ανάλυση η αναγκαία αυτονομία για την ηγεμονική οργάνωση των κυρίαρχων τάξεων, είναι η απαραίτητη σχετική αυτονομία στη βεβαιωτική εξουσία αυτών των τάξεων.
Ταυτόχρονα όμως ενεργοποιείται, υπό την πίεση της πάλης των κυριαρχούμενων τάξεων, προς την κατεύθυνση της εκτόνωσης της αντί- δρασής τους. Η σχετική αυτονομία που διαθέτει το κράτος του επιτρέπει να παρεμβαίνει και προς την κατεύθυνση της ικανοποίησης και συμφε- ρόντων των κατώτερων τάξεων και να πραγματοποιεί συμβιβασμούς ακόμη και ενάντια στα συμφέροντα της άρχουσας τάξης, αναγκαίους όμως για την προστασία πάλι, έστω και μακροπρόθεσμα, των πολιτικών, ταξικών και οικονομικών συμφερόντων της. Με τον τρόπο αυτό αμβλύνει και διευθετεί η κρατική εξουσία τις υπάρχουσες κοινωνικές αντιθέσεις και διαφορές διευκολύνοντας την λειτουργία του πολιτικού συστήματος και διατηρώντας τη συνοχή του, που σε τελική ανάλυση εξυπηρετεί αυτή καθεαυτή την επιβίωση της πολιτικής εξουσίας και τη συντήρηση της κυριαρχίας των κοινωνικοοικονομικών τάξεων που άρχουν στους αστι- κούς κρατικούς σχηματισμούς.
Το δίκαιο, κατά συνέπεια, του οποίου οι γενικότεροι προσανατο- λισμοί, οι επιμέρους στόχοι, το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας και το ειδι- κότερο περιεχόμενο καθορίζονται από την ασκούσα τη νομοθετική λει- τουργία πολιτική εξουσία, υλοποιεί, με την καταναγκαστική ισχύ που διαθέτουν οι κανόνες του, την αποφασιστική παρέμβαση του κράτους στη διαμόρφωση των πρόσφορων, ως προς τα ανταγωνιστικά συμφέροντα ισορροπιών, ενσωματώνοντας στις ρυθμίσεις του τις συναρτήσεις και τις παραμέτρους που υπαγορεύει η δυναμική του συσχετισμού των κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων.
Συμπερασματικά, η γενικότερη πολιτική του δικαίου, όπως αυτή εξειδικεύεται στο περιεχόμενο, στους στόχους και στην αποστολή των κανόνων που συνθέτουν τους επιμέρους δικαιικούς κλάδους:
α) Ανταποκρίνεται μεν κατά βάση στα συμφέροντα των οικονομι- κοκοινωνικά κυρίαρχων τάξεων, χωρίς όμως να ταυτίζεται πλήρως με την εφαρμογή των όρων εξυπηρέτησής τους. Η λειτουργική αποστολή του δικαίου, ως νευραλγικού παράγοντα συνοχής και συντήρησης της δομής μιας σε κράτος οργανωμένης κοινωνίας, επιβάλλει τη ρυθμιστική παρέμβασή του για τη συμβιβαστική διευθέτηση των ταξικών αντα- γωνισμών, διαφορών και αντιθέσεων.
β) Εκφράζει τον εκάστοτε συσχετισμό των κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων και εκμαιεύει τη συναίνεση ή έστω την ανοχή εξουσιαζόντων και εξουσιαζομένων που διευκολύνει τη συμμόρφωση στις επιταγές του και με τον τρόπο αυτό
γ) Προωθεί την ειρηνική συνύπαρξη των ανταγωνιζόμενων τάξεων στη δεδομένη κοινωνία.
Στο σημείο αυτό και προτού εξειδικευθεί ο ειδικότερος ρόλος του ποινικού δικαίου ως παράγοντα άσκησης της αντεγκληματικής πολιτικής του αστικού κράτους είναι αναγκαία η σύντομη αναφορά στα δεδομένα που διαμορφώνουν οι σαρωτικές μεταβολές που χαρακτηρίζουν το φαινό- μενο της παγκοσμιοποίησης της οικονομίας αλλά και η εμφάνιση κινδύνων δραματικού μεγέθους που δημιουργούν οι εφαρμογές της τεχνολογικής επανάστασης.
Τα σύγχρονα χαρακτηριστικά της τεχνικοοικονομικής ανάπτυξης διαμορφώνονται από τις δομικές ανακατατάξεις στο σύστημα της παγκό- σμιας οικονομίας που δημιουργούν οι βαθιές τομές στις παραγωγικές διαδικασίες, η εντυπωσιακή διόγκωση του παγκοσμίου εμπορίου και των συναλλαγών και η κορύφωση του διεθνούς ανταγωνισμού σε συνδυασμό με την αύξηση των κινδύνων που παράγονται από την ανέλεγκτη αξιο- ποίηση των επιτευγμάτων της τεχνογνωσίας, κατηγορίες των οποίων έχουν ήδη εξελιχθεί σε μεγέθη πλανητικής απειλής. Αναφέρομαι κυρίως σε φαινόμενα όπως αυτό του θερμοκηπίου, της μείωσης της στιβάδας του όζοντος, της μόλυνσης - ρύπανσης τεράστιων χερσαίων και θαλασσίων εκτάσεων και τέλος του βαθμιαίου αφανισμού της χλωρίδας και της πανί- δας του πλανήτη.
Στις συνθήκες αυτές το σύγχρονο κράτος είναι αναγκασμένο να αναλάβει την ευθύνη και το βάρος άσκησης πολιτικής ικανής να ανταπε- ξέλθει στα προβλήματα και να περιορίσει τις εστίες κοινωνικών κρίσεων που γεννά ο επελαύνων εκσυγχρονισμός. Στα πρωταρχικά καθήκοντα της κρατικής πολιτικής υπάγεται η επαναφορά των κοινωνικών ισορροπιών, οι οποίες κλονίζονται από τις πολύπλοκες εξελίξεις και ανακατατάξεις στην ιεραρχία των οικουμενικών αξιών και την ανατροπή των πολιτικο- κοινωνικών σταθερών που δημιουργούν τα νέα δεδομένα και πρότυπα του τεχνικού πολιτισμού. Η υποβάθμιση των «σκοτεινών» πλευρών της τεχνολογίας και των αρνητικών παραμέτρων της και η αποκατάσταση της έντονα αμφισβητούμενης εκτίμησης τόσο στα επιτεύγματά της όσο και στη δυναμική της αναπτυξιακής ιδεολογίας και στρατηγικής γίνεται ζήτημα άμεσης πολιτικής προτεραιότητας.
Η διασφάλιση της απρόσκοπτης λειτουργίας του καπιταλιστικού συστήματος, χωρίς κραδασμούς στο πεδίο της κοινωνικής συνοχής, δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς την έντονη ενεργοποίηση των παρεμβατικών μηχανισμών του κράτους προκειμένου να επιβεβαιωθεί ο ρυθμιστικός και εγγυητικός του ρόλος και να διατηρηθεί το καθεστώς της σχετικής του αυτονομίας στο ισχύον πολιτειακό σύστημα.
Στο μέτρο, συνεπώς, που η τεχνολογική απειλή πλήττει καίρια την αξιοπιστία του ισχύοντος συστήματος οικονομικής ανάπτυξης στους κόλπους της πλειοψηφίας των πολιτών και διογκώνεται η κοινωνική αντίδραση, γεγονός που θέτει σε κίνδυνο τη σταθερότητα της κατεστημένης οικονομικοπολιτικής δομής, η διαμόρφωση θεσμικού πλαισίου και μηχανισμών προσαρμοσμένων στις σύγχρονες απαιτήσεις ασφάλειας αποκτούν χαρακτήρα θεμελιωδών συνιστωσών της κρατικής πολιτικής.
Ενόψει αυτών, η παρατηρούμενη, ιδίως από τη δεκαετία του 1970, προσπάθεια, κυρίως στα αναπτυγμένα βιομηχανικά κράτη του λεγόμενου «δυτικού κόσμου», διορθωτικής παρέμβασης στα πεδία της βιομηχανικής και τεχνολογικής δραστηριότητας εξυπηρετεί δύο αλληλένδετους σκο- πούς: την άμβλυνση του διογκούμενου αισθήματος ανησυχίας και ανα- σφάλειας μεγάλων πληθυσμιακών ομάδων που τροφοδοτεί η συνειδη- τοποίηση της μαζικότητας και της έντασης των σύγχρονων τεχνολογικών κινδύνων και - μέσω αυτής - τη συναινετική προώθηση της στρατηγικής και των προτεραιοτήτων της αναπτυξιακής πολιτικής της «ύστερης» καπιταλιστικής οικονομίας, τα στάδια της οποίας διανύουμε στη σημερινή εποχή.
Η χρησιμοποίηση του δικαίου ως βασικού εργαλείου επίτευξης των παραπάνω στόχων έχει σημαντική βαρύτητα. Η προσαρμογή των κανόνων του στη σύγχρονη κοινωνική, πολιτική και οικονομική μορφολογία αντιστοιχεί στις αλλαγές που παρατηρούνται στη λειτουργία του φιλελεύθερου αστικού κράτους. Έτσι το παραδοσιακό φιλελεύθερο μοντέλο, που δέσποζε στους κοινωνικούς σχηματισμούς από τα τέλη του 18ου αιώνα μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 20ου, φαίνεται εκ πρώτης όψεως να υποχωρεί, παραχωρώντας το προβάδισμα στο μοντέλο του κρατικού οικονομικού παρεμβατισμού. Τη θέση των πολιτικοοικονο- μικών δομών της φιλελεύθερης δημοκρατίας, κατάκτηση της αστικής τάξης έναντι των μοναρχικών εξουσιών και μετέπειτα θεσμικό πλαίσιο νομιμοποίησής της ως οικονομικά άρχουσας τάξης και του άκρατου οικονομικού φιλελευθερισμού που διασφάλιζαν δικαιικοί μηχανισμοί πλήρως υποστηρικτικοί της ελευθερίας της αγοράς, παίρνει η έντονα παρεμβατική μορφή της κρατικής λειτουργίας, με εργαλείο τους δικαιικούς κανόνες. Το θεσμικό πλαίσιο δράσης του κράτους, με τη χρήση του νομικού συστήματος καταναγκασμού, χαρακτηρίζεται ήδη με την είσοδο στη μεταπολεμική περίοδο από την πολιτική του ελέγχου της αγοράς, της οριοθέτησης της οικονομικής ελευθερίας, της εποπτείας της επαγγελματικής δραστηριότητας, της ρύθμισης των προϋποθέσεων ανάληψης οικονομικής δράσης από το ίδιο το κράτος και της ουσιαστικής παρουσίας του σε όλο το πλέγμα των οικονομικών, τεχνικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων.
Η μετάβαση σε αυτό το διαφορετικό κρατικό μόρφωμα δεν ση- μαίνει βέβαια ότι θίγονται τα θεμέλια, οι αρχές και τα συνεκτικά στοιχεία του καπιταλιστικού συστήματος. Απλά οριοθετείται και εξωραΐζεται η δράση του για να θωρακιστεί η λειτουργία του. Και τούτο γιατί οι αγώνες και οι κατακτήσεις του εργατικού κινήματος την ίδια εποχή στις χώρες του δυτικού κόσμου σε συνδυασμό με την ισχυροποίηση του ρόλου και της παρουσίας της Σοβιετικής Ένωσης, ως κύριου παράγοντα της αντιφα- σιστικής νίκης των λαών, άρχισαν να δημιουργούν ρωγμές στις αρχές της φιλελεύθερης ιδεολογίας και συνακόλουθα στα θεμέλια της καπιταλιστι- κής δομής του οικονομικού συστήματος. Πίσω, λοιπόν, από την παρεμ- βατική λειτουργία του κράτους κρύβεται η κύρια αποστολή του, η διασ- φάλιση του οικονομικού συστήματος που υπηρετεί τα συμφέροντα των κυρίαρχων τάξεων με τη ανάπτυξη θεσμικών εξισορροπητικών μηχανι- σμών ικανών να εκμαιεύσουν τη λαϊκή ανοχή και να επιβεβαιώσουν την εγγυητική λειτουργία του κράτους ως διευθετούσας εξουσίας στο στίβο των ταξικών αντιπαραθέσεων.
Στη σύγχρονη πραγματικότητα φαίνεται όμως ότι το παρεμβατικό θεσμικό μοντέλο υφίσταται πανταχόθεν πιέσεις. Η διάλυση της Σοβιε- τικής Ένωσης που ενίσχυσε την ιμπεριαλιστική επιθετικότητα και η προ- σωρινή, έστω, αποδυνάμωση της δράσης του διεκδικητικού εργατικού κινήματος διαμόρφωσαν τους πολιτικούς όρους σταδιακής συρρίκνωσης του κρατικού παρεμβατισμού. Παράλληλα όμως τα νέα δεδομένα που χαρακτηρίζουν το φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης της οικονομίας, δρομολογούν τη νέα φάση στη οποία εισέρχεται η καπιταλιστική ανάπτυξη και συμπράττουν αποφασιστικά στην περαιτέρω περιθωριοποίηση του ρυθμιστικού ρόλου του κράτους στις οικονομικές διαδικασίες.
Η συγκέντρωση κολοσσιαίων κεφαλαίων στα διεθνή μονοπώλια, στις υπερεθνικές επιχειρήσεις και στους φορείς του χρηματοπιστωτικού συστήματος και οι τεράστιες προοπτικές που διανοίγονται στους κεφαλαιουχικούς μηχανισμούς που ασκούν την οικονομική εξουσία από την εκμετάλλευση των επιτευγμάτων της τεχνολογικής προόδου στις παραγωγικές διαδικασίες ωθούν και επιβάλλουν στην πολιτική εξουσία τη σταδιακή απόσυρσή της από το οικονομικό γίγνεσθαι. Γεγονός που οδηγεί στη διαμόρφωση συνθηκών επιστροφής στον ακραίο οικονομικό φιλελευθερισμό.
Ήδη από τη δεκαετία του 1990 και μέχρι σήμερα, το ακμάζον παρεμβατικό κράτος της μεταπολεμικής περιόδου υφίσταται πανταχόθεν πιέσεις σε εθνικό και, πρωτίστως, σε υπερεθνικό επίπεδο. Οι υποχρε- ώσεις που επιβάλλουν οι παγκόσμιοι και διεθνείς οικονομικοί οργανισμοί, οι διεθνείς συμβάσεις και συνθήκες, όπως αυτή της Ευρω- παϊκής Ένωσης και οι πολεμικές επεμβάσεις των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων κατά κρατών γαιοστρατηγικής και ενεργειακής σημασίας και τέλος οι παγκόσμιες ανακατατάξεις που προωθούνται από την πολιτική της λεγόμενης «νέας τάξης πραγμάτων» καταλήγουν αφενός στη συρρί- κνωση της κρατικής παρέμβασης στην οικονομία, όπως επιβάλλουν οι ανάγκες της ύστερης καπιταλιστικής εξέλιξης που προωθεί τις διαδικασίες της παγκοσμιοποίησης της οικονομίας στη βάση του μοντέλου της «αυτορρυθμιζόμενης λειτουργίας της αγοράς» και αφετέρου στην απομείωση και αυτής καθεαυτής της θεσμικής διάστασης της κρατικής κυριαρχίας.
Ειδικότερα στο πεδίο της νομοθεσίας, το «έλλείμμα» κρατικής κυ- ριαρχίας στη χώρα μας είναι ιδιαίτερα εμφανές. Και μόνο αν αναλογι- στούμε ότι το κύριο βάρος της εθνικής δικαιικής παραγωγής έχει παραχωρηθεί στα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα οποία - μέσω Οδηγιών, Αποφάσεων, Προτάσεων κ.λπ. - καθορίζουν την εθνική νομοθετική πολιτική στα κρισιμότερα κοινωνικά πεδία (οικονομία, δημοσιονομικές ρυθμίσεις, χρηματοπιστωτικό σύστημα, υγιεινή και ασφάλεια των εργαζομένων και εργασιακές σχέσεις, περιβαλλοντική προστασία, προστασία της δημόσιας υγείας, ασφαλιστικό σύστημα, παιδεία, διακρατικές δεσμεύσεις κ.λπ.), γίνεται αντιληπτό ότι το σύνολο σχεδόν των νευραλγικών πεδίων άσκησης κρατικής πολιτικής υπαγορεύ- εται από τις επιλογές και τις κατευθυντήριες των εκτός της Ελλάδος ευρωπαϊκών κέντρων απόφασης. Τα κέντρα αυτά, με τη σειρά τους, υπόκεινται στις πιέσεις των ιμπεριαλιστικών μηχανισμών (βλ. συμμετοχή σε πολεμικές επιχειρήσεις των αμερικανονατοϊκών στρατιωτικών δυνάμεων) αλλά και σε δεσμεύσεις και συμφωνίες με τα οικονομικά κέντρα της καπιταλιστικής διαχείρισης (π.χ. Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου). Τέλος και σειρά δεσμεύσεων από διακρατικές συμβάσεις μεταξύ Ελλάδος και άλλων κρατών (βλ. λ.χ. σύμβαση μεταξύ Ελλάδος και ΗΠΑ για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας) περιορίζουν ακόμη περισσότερο το ήδη άκρως ελλειμματικό πεδίο άσκησης εθνικής νομοθετικής πολιτικής. Και βέβαια δεν είναι δυνατόν να γίνεται λόγος για κρατική-εθνική πολιτική και συνακόλουθα για κυριαρχία όταν θεμελιώδες στοιχείο της άσκησης εθνικά κυρίαρχης πολιτικής, αυτό της νομοθετικής δράσης, ουσιαστικά ελλείπει.
Στις συνθήκες αυτές οι κανόνες του ποινικού δικαίου, όσο και αν φαίνεται περίεργο, είναι από το σύνολο των δικαιικών κανόνων οι περισ- σότερο θωρακισμένοι από υπερεθνικές παρεμβάσεις. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ο θεσμικός χώρος δράσης των οργάνων της Ε.Ε. δεν έχει ακόμη επεκταθεί και στην άσκηση ποινικής νομοθετικής εξουσίας. Οι ποινικοί κανόνες αποτελούν ακόμα νομοπαραγωγικό δικαίωμα των κρατών-μελών της Ε.Ε.
Έτσι το σύστημα των ποινικών διατάξεων στη χώρα μας έχει μια αυτόνομη σε γενικές γραμμές ανάπτυξη. Γιαυτό, με άξονα αναφοράς τον Ποινικό Κώδικα, παραμένει στις βασικές δομικές βάσεις αναλλοίωτο πε- ρισσότερο από μισό αιώνα. Αν μάλιστα συνυπολογιστεί ότι η διαδικασία αναθεώρησης του προϊσχύσαντος Ποινικού Κώδικα του 1834 ξεκίνησε ήδη από το 1911, μέχρις ότου τεθεί σε ισχύ το 1951 ο σημερινός κώδικας, το περιεχόμενό του απηχεί θεωρητικές θέσεις και αντιλήψεις που κυριαρχούσαν σχεδόν εκατό χρόνια πριν. Πέραν αυτού η δογματική δομή του ποινικού μας δικαίου, όπως και των περισσοτέρων κρατών της ηπειρωτικής Ευρώπης, στηρίζεται σε αρχές που διαμορφώθηκαν, κατά το μεγαλύτερο μέρος τους, στα τέλη του 19ου αιώνα, ιδίως από τη γερμανική ποινική σκέψη, οι οποίες και θεωρούνται μέχρι και σήμερα ως απαρα- βίαστα θεμέλια για τη λειτουργία του ποινικού συστήματος. Σε αυτήν ακριβώς τη διαχρονική τους ισχύ και αξία στηρίζεται και η ανάδειξή τους σε επίπεδο δόγματος. Έτσι από όλους τους κλάδους του δικαίου μόνο ένας, αυτός του ποινικού, διαπερνάται από αρχές που έχουν αναγορευθεί σε δόγμα. Και από το σύνολο των επιστημονικών κλάδων δύο μόνο δια- θέτουν τα χαρακτηριστικά δόγματος: η θεολογία και το ποινικό δίκαιο.
Και βέβαια ως προς το θεολογικό δόγμα αυτό είναι αναμενόμενο μια και η πίστη ως προς το θείο, οφείλει να στηρίζεται σε ισχυρές και αναντίλεκτες αρχές, αφού αυτές, κατά τη θεολογική σκέψη, πηγάζουν από το θείο λόγο.
Το ερώτημα ασφαλώς τίθεται για το ποινικό δίκαιο. Πόθεν πηγάζει το απαραβίαστο των αρχών του αφού είναι καθαρά ανθρώπινες κατα- σκευές; Η απάντηση είναι ιστορικά θεμελιωμένη στις λεγόμενες αρχές του φιλελεύθερου κράτους δικαίου. Αρχές που δομήθηκαν για να προστατεύσουν τη νέα άρχουσα τάξη των τελευταίων δεκαετιών του 19ου αιώνα, την αστική τάξη, που ως τάξη ιδιοκτητών που είχαν κατακτήσει ή ήλεγχαν την πολιτική εξουσία, μετά την ανατροπή της απολυταρχίας, θέσπι- σαν τους κανόνες εκείνους που αντιστοιχούσαν στα συμφέροντά τους.
Έτσι στο νέο φιλελεύθερο δικαιικό καθεστώς, το δικαίωμα στην ιδιοκτησία εντάσσεται στα θεμελιώδη και απαράγραπτα ατομικά δικαι- ώματα και αποτελεί το πυρήνα οργάνωσης της οικονομικής ζωής και των οικονομικών σχέσεων ενώ παράλληλα αποκτά και πολύπλευρη συνταγ- ματική κατοχύρωση. Η απόλυτη οικονομική, επιχειρησιακή και ιδιοκτη- σιακή ελευθερία που στην ουσία προστατεύει τους κατέχοντες και ανα- παράγει ως κοινωνικά θεμελιωμένη κατάσταση την οικονομική ανισό- τητα κατηγοριοποιείται ως αυτονόητη συνιστώσα του συστήματος των ατομικών ελευθεριών και ουσιαστικά διαμορφώνει ως δεδομένη τη μορφή ενός «οριστικά» μοιρασμένου και ιδιοκτητικοποιημένου κόσμου πραγμάτων.
Αυτό το ιδιοκτησιακό μόρφωμα βρίσκεται εκτός πολιτικής δικαι- οδοσίας, ως καταστατική βάση της νέας αστικής κοινωνίας. Αυτό που οφείλει να επιτελεί η πολιτική εξουσία είναι να το σέβεται και να το προ- στατεύει. Με άλλα λόγια, με την κατασκευή του φιλελεύθερου κράτους έγινε δυνατή η ανάδειξη της ιδιοκτησίας σε εξωτερική θεσμική προϋ- πόθεση για τη δόμηση και λειτουργία της Πολιτείας. Και αντίστοιχα το ιδιοκτησιακό σύστημα στην καπιταλιστική κοινωνία εμφανίζεται ως «φυ- σικοδικαιικά» αυτονόητο. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι οι φιλελεύθερες επαναστάσεις ήταν ίσως οι μόνες μορφές ιστορικής ανατροπής που ούτε επεδίωξαν, ούτε προκάλεσαν την αναθεώρηση του ιδιoκτησιακού status quo. Στόχο είχαν να εξασφαλίσουν θεσμικά, ιδεολογικά και πολιτικά ένα ήδη δομημένο καθεστώς πραγματικών ιδιοκτησιών. Έτσι, η πολιτική κυ- ριαρχία της αστικής τάξης υπήρξε το επιστέγασμα και η κατάληξη μιας ήδη συντελεσμένης πραγματικής οικονομικής κυριαρχίας.
Στην ουσία συνεπώς η αμετάκλητη αστική κατοχύρωση μιας συγ- κεκριμένης ιδιοκτησιακής τάξης δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να οριστι- κοποιεί τις ιστορικές προϋποθέσεις διασφάλισης και ενίσχυσης του καπι- ταλιστικού συστήματος παραγωγής.
Το ποινικό δίκαιο από την πλευρά του, γνήσιο παιδί της φιλελεύ- θερης αστικής σκέψης, συγκροτεί την ίδια περίοδο (τέλη του 19ου αιώνα-αρχές του 20ου) τη δογματική δομή του και τις βασικές του κατευθυν- τήριες, συμπορευόμενο με τις επιδιώξεις της κυρίαρχης αστικής τάξης, θωρακίζοντας παράλληλα τις κατακτήσεις της. Στους ποινικούς κανόνες, με ελάχιστες παραλλαγές από τότε έως σήμερα, δεσπόζει η πολύπλευρη προστασία της ιδιοκτησίας και της περιουσίας με το ισχυρότερο μέσο κρατικής καταστολής, το σύστημα των ποινικών κυρώσεων. Έτσι, για παράδειγμα, περισσότερα από πενήντα (50) άρθρα του ποινικού μας κώ- δικα συγκροτούν το ποινικό οπλοστάσιο διασφάλισης με διάφορους τρό- πους της ιδιοκτησίας και των περιουσιακών δικαιωμάτων.
Παράλληλα, η αρχή του καταλογισμού, δογματικό προπύργιο της φιλελεύθερης δογματικής ποινικής σκέψης, διαμορφώνει τις προϋποθέ- σεις ποινικής ασυλίας εγκληματικών πράξεων που διαπράττονται στα πλαίσια επιχειρηματικής δραστηριότητας. Η απόλυτη ανάγκη πλήρους απελευθέρωσης της δυναμικής της βιομηχανοποίησης, ώστε να δοθεί πλήρης ώθηση στην εξέλιξη της τότε πρώιμης καπιταλιστικής παρα- γωγικής διαδικασίας, θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνο και στο βαθμό που θα ήταν δυνατή η θέση στο απυρόβλητο, από πλευράς ποινικής ευθύνης, της βιομηχανικής και γενικότερα της επιχειρηματικής δράσης. Έτσι η δομή της αρχής του καταλογισμού, ως προσωπικής μομφής και αποδοκι- μασίας, προσέφερε τις προϋποθέσεις ποινικής ασυλίας του εργοστασι- άρχη και του βιομήχανου-εργοδότη, αφού η σύνδεση, για παράδειγμα της προσωπικής ποινικής του ευθύνης με την πρόκληση ενός εργατικού ατυ- χήματος ήταν, και παραμένει άλλωστε έως σήμερα, σχεδόν αδύνατη. Και για τις περιπτώσεις εκείνες που ήταν οφθαλμοφανής η παραβατική του συμπεριφορά, σειρά άλλη δογματικών περιορισμών, όπως αυτών της δια- πίστωσης της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράβασης και του βλα- πτικού αποτελέσματος, δημιουργούσαν επιπλέον εμπόδια στην κατάγνω- ση της ενοχής του. Τέλος, η ελαχιστοποίηση της ποινικής κύρωσης για την εξ αμελείας ευθύνη, ακόμη και στις περιπτώσεις ανθρωποκτονίας, μηδένιζε ουσιαστικά την απονομή κοινωνικής δικαιοσύνης για τα απει- ράριθμα θύματα των εργατικών ατυχημάτων που προσέφεραν τη ζωή και το αίμα τους στο βωμό του καπιταλιστικού κέρδους.
Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι στη νομολογία της εποχής - από τα τέλη του 19ου μέχρι την περίοδο της έναρξης του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου - ποινικές καταδίκες εις βάρος εκπροσώπων του βιομηχανικού και επιχειρηματικού κατεστημένου της περιόδου αυτής για αξιόποινες προσβολές της ζωής και της υγείας των εργαζομένων, σε παγκόσμιο επί- πεδο, είναι σχεδόν ανύπαρκτες.
Έτσι το φιλελεύθερο ποινικό δόγμα προσέφερε τεράστιες υπηρε- σίες στην κατεύθυνση της πλήρους απελευθέρωσης της δράσης των καπι- ταλιστικών μηχανισμών ενισχύοντας τον στόχο της συσσώρευσης κερδών στην άρχουσα οικονομική τάξη και της περαιτέρω επένδυσή τους στο κεφαλαιοκρατικό σύστημα παραγωγής που σταδιακά οδήγησε στο σύγχρονο γιγαντιαίο κεφαλαιοκρατικό οικονομικό μοντέλο που χαρακτη- ρίζεται ως ύστερη καπιταλιστική οικονομία.
Ασφαλώς δεν σημαίνουν οι παραπάνω αναφορές, ότι στο ποινικό δίκαιο χρεώνεται αποκλειστικά η ευθύνη της καπιταλιστικής συσσώρευ- σης και εκμετάλλευσης. Αναμφισβήτητα το σύνολο των δικαιικών ρυθμί- σεων που παράγει το αστικό κράτος συμπράττει, θα μπορούσα να πω ισομερώς, στη στήριξη και περαιτέρω ενίσχυση των δομών της καπιτα- λιστικής ανάπτυξης. Θα μπορούσε κανείς να μη συμφωνήσει στη θέση ότι και το παραγόμενο από τους άλλους κλάδους του δικαίου κανονιστικό πλαίσιο, λ.χ. του αστικού, του εμπορικού ή του εργατικού δικαίου είναι κομμένο και ραμμένο σύμφωνα με τις αξιώσεις και τα συμφέροντα της άρχουσας οικονομικής τάξης; Αυτό άλλωστε επισημάνθηκε ήδη στο εισαγωγικό μέρος της μελέτης.
Απλά η ως τώρα δράση και σύμπραξη του ποινικού δικαίου ως υποστηρικτικού δικαιικού μηχανισμού των συμφερόντων των κυρίαρχων οικονομικών δυνάμεων δεν έχει ιδιαίτερα προβληθεί.
Θα τελειώσω με κάποιες σκέψεις που επιβεβαιώνουν την συγκεκα- λυμένη αλλά ιδιαίτερα σημαντική στήριξη που προσφέρει, περισσότερο παρά ποτέ, το ποινικό δίκαιο στην απρόσκοπτη ανάπτυξη και δράση των καπιταλιστικών παραγωγικών διαδικασιών.
Αναφέρθηκα ήδη ποιο πάνω στη συμπόρευση των αρχών του ποινικού δόγματος με τις αξιώσεις των δυνάμεων που ελέγχουν και κατευθύνουν την καπιταλιστική ανάπτυξη.
Οι ίδιες αρχές που κατεύθυναν το ποινικό δίκαιο της περιόδου πρό του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου εξακολουθούν και σήμερα να ισχύ- ουν. Και μάλιστα τώρα οι συνέπειες της εφαρμογής τους είναι περισσό- τερο αποκαλυπτικές για το ρόλο του ποινικού δόγματος και τους στόχους που υπηρετεί η προσήλωση στο απαραβίαστο της ισχύος τους.
Θα ενθυμήστε ενδεχομένως το μεγαλύτερο βιομηχανικό ατύχημα στην ιστορία της ανθρωπότητας που συνέβη το 1984 στο Μποπάλ της Ινδίας. Λόγω της πλημμελούς κατασκευής των εγκαταστάσεων μονάδας της πολυεθνικής χημικής βιομηχανικής εταιρίας Union Carbide διέφυγε μεγάλη ποσότητα τοξικού αερίου (ισοκυανιούχο μεθύλιο) που προκάλεσε το θάνατο 5.000 Ινδών και βαριές σωματικές βλάβες (τύφλωση, παράλυση, σοβαρή δηλητηρίαση πνευμόνων κ.α.) σε περισσότερα από 150.000 άτομα. Για την τραγωδία αυτή που συγκλόνισε ολόκληρο τον κόσμο δεν έχει πάει κανένας από τους υπεύθυνους της εταιρίας ούτε μια μέρα στη φυλακή. Γιατί αυτό; Γιατί η αρχή της ενοχής, που αναφέραμε πιο πάνω, λειτουργεί αποτρεπτικά για τον εντοπισμό των υπόλογων φυσικών προσώπων, λόγω της δαιδαλώδους ιεραρχίας και δομής των σύγχρονων επιχειρήσεων. Η διασπορά αρμοδιοτήτων, ο καταμερισμός εργασιών, η διαρκής κινητικότητα και εναλλαγή του προσωπικού καθώς και η αλληλεξάρτηση σε κάθετη και οριζόντια γραμμή των παραγωγικών διαδικασιών μπλοκάρει κυριολεκτικά τον εντοπισμό συγκεκριμένων φυσικών προσώ- πων που θα μπορούσαν να χρεωθούν το αξιόποινο αποτέλεσμα.
Έτσι το έγκλημα εμφανίζεται ως παραγόμενο από πλήθος μερικό- τερες πράξεις και ως αποτέλεσμα της συγκλίνουσας δράσης πολλών, πα- ράλληλα ή διαδοχικά ενεργούντων, προσώπων, τα οποία πραγματώνουν την αντικειμενική υπόσταση, χωρίς όμως να διαπιστώνεται, κατά κανόνα, ο απαραίτητος δόλος σύμπραξης ή παροχής συνδρομής ώστε να θεμε- λιωθεί συμμετοχική, έστω, ευθύνη.
Σήμερα γνωρίζουμε όλοι ότι ο κίνδυνος ανατροπής της περιβαλ- λοντικής ισορροπίας, που διαμόρφωσε της προϋποθέσεις γέννησης και εξέλιξης της ζωής ανθρώπων και ζώων στον πλανήτη αλλά και το σύστη- μα λειτουργίας της παγκόσμιας βιοκοινότητας, είναι άμεσος με τραγικές συνέπειες για την επιβίωση της ζωής κάθε μορφής συνολικά. Γνωρίζουμε επίσης ότι η τεράστια περιβαλλοντική ρύπανση και μόλυνση είναι απο- τέλεσμα κυρίως της ασύδοτης αξιοποίησης των πλουτοπαραγωγικών πό- ρων του πλανήτη και της ανεξέλεγκτης αξιοποίησης των επιτευγμάτων της τεχνογνωσίας στο σύστημα των παραγωγικών διαδικασιών για τις ανάγκες της καπιταλιστικής ανάπτυξης.
Πως αντιμετωπίζονται όμως τα εγκλήματα κατά του περιβάλλο- ντος, ενός εννόμου αγαθού οικουμενικής αξίας και υπαρξιακής βαρύτη- τας για τη ζωή στον πλανήτη; Θα αρκεστώ στην εθνική μας νομοθεσία, στις διατάξεις της οποίας αντιστοιχούν λίγο-πολύ και τα ισχύοντα στη διεθνή περιβαλλοντική νομοθεσία.
Στο ν. 743/1977 «για την προστασία του θαλασσίου περιβάλλο- ντος», η εκ προθέσεως σοβαρή ρύπανση του θαλασσίου περιβάλλοντος τιμωρείται με την μάλλον αστεία ποινή της φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών, ενώ οι περιπτώσεις μικρότερης έκτασης της σοβαρής ρύπανσης παραμένουν ατιμώρητες. Αν σε αυτά συμπληρώσουμε ότι ποινές φυλάκισης ακόμη και έως πέντε ετών μπορούν να ανασταλούν ή να μετατραπούν σε χρηματικές γίνεται κατανοητό ότι και η σοβαρότερη μορφή ρύπανσης των θαλασσών αντιμετωπίζεται στην πράξη ως πταίσμα.
Στο σημαντικότερο νομοθέτημα για την προστασία του περιβάλ- λοντος, το νόμο-πλαίσιο 1650/1986, η πρόκληση ρύπανσης ή υποβά- θμισης του περιβάλλοντος τιμωρείται ακόμη ηπιότερα, δηλαδή με ποινή φυλάκισης από τρις μήνες έως δύο χρόνια. Κατά συνέπεια, με βάση τα ισχύοντα περί αναστολής ή μετατροπής της ποινής, αυτές οι ποινικές κυρώσεις δεν εκτίονται.
Αν λάβουμε τώρα υπόψιν ότι το σύνολο σχεδόν της ρυπογόνου και βλαπτικής για το περιβάλλον δραστηριότητας, παγκοσμίως, είναι κυρίως παράγωγο της λειτουργίας των βιομηχανικών μονάδων, δηλαδή επιχει- ρήσεων-νομικών προσώπων και συνδέοντας την επιχειρηματική δράση με την αρχή του καταλογισμού που θέτει, όπως επισημάνθηκε παραπάνω, ανυπέρβλητα εμπόδια στον εντοπισμό των φυσικών προσώπων και έτσι υπό το μανδύα της συλλογικής δράσης των πολυπρόσωπων οργανισμών αποκρύπτεται η ατομική ευθύνη των υπόλογων για τα περιβαλλοντικά εγκλήματα φυσικών προσώπων, γίνεται προφανές ότι ούτε ποινική δίωξη μπορεί να ασκηθεί για την περιβαλλοντική εγκληματικότητα, όταν αυτή είναι παράγωγο, όπως κατά κανόνα συμβαίνει, επιχειρηματικής δραστη- ριότητας.
Το παράδειγμα των συνεπειών της λειτουργίας των δύο μεγαλύ- τερων μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας της ΔΕΗ με τη χρήση λιγνίτη στη Μεγαλόπολη της Αρκαδίας και στην Πτολεμαϊδα είναι χαρα- κτηριστικό. Η τεράστια ρύπανση της ατμόσφαιρας στις περιοχές αυτές έχει καταλήξει στην αύξηση της θνησιμότητας των κατοίκων της περιο- χής σε τέτοιο βαθμό, ώστε ο μέσος όρος ζωής τους σε σχέση με τους κατοίκους των άλλων περιοχών της χώρας να υπολείπεται κατά 10 έτη (63-65 χρόνια έναντι του μέσου όρου των 73-75). Παράλληλα έχει αυξη- θεί δραματικά ο αριθμός των καρκινοπαθών και πνευμονικών παθήσεων σε αυτές τις περιοχές (διπλάσιος του μέσου όρου στην υπόλοιπη Ελλά- δα). Και ενώ επιδημιολόγοι και ιατροί άλλων ειδικοτήτων επιβεβαιώνουν τη σχέση θανάτων και νόσων στις παραπάνω περιοχές με τη λειτουργία των μονάδων της ΔΕΗ, μέχρι στιγμής δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για κανένα υπεύθυνο. Και αυτό οφείλεται στο γνωστό πρόβλημα θεμελίωσης της ποινικής ευθύνης: δηλαδή, αδυναμία εντοπισμού των υπόλογων φυσικών προσώπων, λόγω της σύμπραξης πολλών και ανισότιμα δρώ- ντων στην συγκεκριμένη παραγωγική διαδικασία, καθώς και στην αδυναμία θεμελίωσης της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αφενός των θανάτων και των νοσογόνων καταστάσεων και της λειτουργίας των ανωτέρω μονάδων. Έτσι η εκατόμβη των θυμάτων της εγκληματικά ρυπογόνου δράσης των μονάδων της ΔΕΗ καλά κρατεί, προς όφελος της κερδοφορίας της.
Ενόψει αυτών είναι πασιφανές ότι ποινικό δόγμα και νομοθετική πολιτική υπηρετούν πλήρως τις ανάγκες και τις αξιώσεις της καπιταλι- στικής οικονομίας και των τάξεων που αποτελούν τους μοχλούς των επιλογών και των κατευθυντηρίων της.
Τελειώνοντας θα βάλω απλά το κερασάκι στην τούρτα. Η απλή κλοπή, δηλαδή η αφαίρεση μιας τηλεόρασης ή χιλίων ευρώ τιμωρείται με την ίδια ποινή που προβλέπεται για τη βαριά ρύπανση του περιβάλλοντος. Και ακόμη χειρότερα, με κάθειρξη έως δέκα ετών αν έγινε από επαγγελματία κλέφτη, ή ήταν πράγμα αφιερωμένο στη θρησκευτική λατρεία ή πρόκειται για αφαίρεση μιας βαλίτσας, έστω και άδειας, τοποθετημένης σε χώρο προς μεταφορά. (διακεκριμένη κλοπή 374 Π.Κ.). Αυτά για να επιβεβαιωθεί απλά ότι η ιδιοκτησία αδιάλειπτα μέχρι σήμερα διατηρεί το χαρακτήρα ενός υπεραγαθού σε ένα ποινικό σύστημα προσαρμοσμένο πλήρως στην καπιταλιστική συγκρότηση της κοινωνίας.
Ασφαλώς με αυτή τη δομή του ποινικού δικαίου και αυτήν την πολιτική του ποινικού νομοθέτη, η άρχουσα τάξη είναι απολύτως ικανο- ποιημένη. Γιαυτό κάθε άλλο παρά αναγκαία είναι η παρέμβαση των οργάνων της Ε.Ε. στο χώρο του Ποινικού Δικαίου. Το υπάρχον καθεστώς διασφαλίζει πλήρως την ποινική ασυλία των κυρίαρχων οικονομικών τά- ξεων στην πορεία προς την καπιταλιστική ολοκλήρωση.


Οι εξελίξεις της νόμιμης μοίρας στην Ευρωπαική Ένωση:μορφή της νεοφιλελεύθερης πολιτικής, Κατερίνα Γεράκη, δικηγόρος, πτυχιούχος ΠΜΣ Αστικού Δικαίου Νομικής Αθηνών

Οι εξελίξεις της νόμιμης μοίρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση:
μορφή της νεοφιλελεύθερης πολιτικής;

Το δίκαιο της νόμιμης μοίρας έχει χαρακτηριστεί ως ένα εκ των «ολιγότερον σαφών μερών» του Αστικού Κώδικα, οι διατάξεις του «είναι και θα μείνουν βαρείς σταυροί των νομικών» ή είναι «αληθείς νομοθετικοί γρίφοι» (Βουζίκας). Πράγματι μια απλή ανάγνωση των διατάξεων 1825-1845 ΑΚ αναδεικνύει πλήθος ερμηνευτικών δυσκολιών για τον εφαρμοστή του δικαίου, ενώ τα ζητήματα του υπολογισμού της νόμιμης μοίρας, της παραίτησης από αυτήν, της προσαύξησης και της συνεισφοράς θεωρούνται από τα πιο ακανθώδη σημεία του ιδιωτικού αστικού δικαίου συνολικά. Η εξήγηση της δυσκολίας αυτής ανιχνεύεται βέβαια στην ομολογουμένη ύπαρξη κενών και ασαφειών στο γράμμα του νόμου, κατανοείται όμως πληρέστερα αν ληφθεί υπόψη η επιτελούμενη αποστολή της νόμιμης μοίρας, ως μέσο προστασίας της οικογένειας και συγκεκριμένα των στενών συγγενών του αποθανόντος, για τους οποίους όχι μόνο δεν προέβλεψε ο τελευταίος αλλά και εξέφρασε την αντίθετη βούλησή του με τη διαθήκη. Μετά από αξιολογικές σταθμίσεις των συγκρουόμενων συμφερόντων ο νομοθέτης παρεμβαίνει περιορίζοντας την ελευθερία διάθεσης, που αποτελεί βασική προστατευόμενη αρχή στην έννομη τάξη του αστικού κράτους, και θεσπίζοντας κανόνες αναγκαστικού δικαίου για να προστατεύσει τα στενά μέλη της οικογένειας του διαθέτη. Ως συγκρουόμενα συμφέροντα στο δίκαιο της νόμιμης μοίρας καταγράφονται: α) Το συμφέρον του κληρονομούμενου, που αναφέρεται στη διατήρηση άθικτης της ελευθερίας διαχείρισης της περιουσίας του (διαθέσεις με διατάξεις τελευταίας βούλησης και χαριστικές εν ζωή παροχές). «Αυτό το συμφέρον, απόλυτα λαμβανόμενο, θα έπρεπε να οδηγήσει στη γενική άρνηση της αναγκαστικής κληρονομικής διαδοχής.» β) Το συμφέρον των μεριδούχων, που έγκειται στη δυνατότητά τους να λάβουν μέρος της κληρονομαίας περιουσίας. «Τα συμφέροντα των προσώπων, τα οποία (μπορεί να) έχουν την ιδιότητα του νόμιμου μεριδούχου, εμφανίζονται δικαιολογημένα από καθαρά ηθική πλευρά, αφού η αναγνώριση της ιδιότητας του κληρονόμου τα καθιστά ‘συνεχιστές της προσωπικότητας του κληρονομουμένου’, καθώς και από καθαρά οικονομική πλευρά, αφού θα πρέπει να αναμένεται φροντίδα του κληρονομουμένου για τα πρόσωπα αυτά και για τον μετά το θάνατό του χρόνο.» γ) Το συμφέρον των εγκατάστατων κληρονόμων και των άλλων τιμώμενων με τη διαθήκη προσώπων, ή δ) Το συμφέρον των εν ζωή δωρεοδόχων του αποθανόντος, που εντοπίζεται στη διατήρηση του κύρους των διατάξεων της διαθήκης και των εν ζωή χαριστικών παροχών αντίστοιχα. ε) Το συμφέρον των τρίτων που συναλλάσσονται με τους παραπάνω, που αναφέρεται στη διατήρηση των δικαιωμάτων των τελευταίων ως προϋπόθεση του κύρους των συναλλαγών. στ) Το συμφέρον του κράτους ή της «εκπροσωπούμενης» από αυτό κοινωνίας, που περιλαμβάνει την προστασία των συναλλαγών, την προστασία της οικογένειας και την κατά το δυνατό μεγαλύτερη εξισορρόπηση των τυχόν αντιτιθέμενων συμφερόντων. (Σπυριδάκης)
Ο θεσμός της αναγκαστικής διαδοχής, «γέννημα της ανάγκης εξισορρόπησης μεταξύ του άκρατου ατομικισμού, που διαπνέει την ελευθερία διάθεσης, και της προαγωγής του κοινωνικού συμφέροντος, που επιτάσσει την προστασία της οικογένειας», εξελίχθηκε και προσέγγισε ως ένα βαθμό τη σημερινή του μορφή κατά τη ρωμαϊκή περίοδο. Η ύπαρξη καθεστώτος ‘οικιακής οικονομίας’, στο πλαίσιο του οποίου οι στενοί συγγενείς είχαν συντελέσει στην κτήση της οικογενειακής περιουσίας, υπαγόρευε την περιέλευσή της μετά το θάνατο του αρχηγού της οικογένειας στα χέρια των συγγενών του, καθώς αυτοί ήταν κατά τεκμήριο οι πλέον αρμόδιοι και κατάλληλοι για τη συντήρηση και την επέκτασή της. Στην πορεία, ωστόσο, το κληρονομικό δικαίωμα των στενών συγγενών έπαψε να είναι δεδομένο και ο pater familias αποφάσιζε κατά την απόλυτη κρίση του, ποιος ήταν ο πλέον ικανός για τη διαχείριση των οικογενειακών υποθέσεων και την απόκτηση της περιουσίας μετά το θάνατό του. Παρ’ όλο που ο νέος τρόπος καθορισμού των κληρονόμων φέρεται να αποδόθηκε αρχικά στη σκοπούμενη μέσω αυτού αποτροπή του κατακερματισμού των γαιών (Βουζίκας), ο αρχηγός της οικογένειας είχε πλέον καταστεί παντοδύναμος και η μοναδική υποχρέωσή του απέναντι στους υπεξουσίους στενούς συγγενείς συνίστατο στην απλή μνημόνευσή τους στη διαθήκη με σκοπό είτε εγκατάστασης είτε αποκλήρωσης. «Ο ‘περιορισμός’ αυτός της ελευθερίας διάθεσης απέκλειε απλώς το ενδεχόμενο ακούσιας παράλειψης κάποιου στενού συγγενούς του κληρονομουμένου, χωρίς κατά τα άλλα να εξασφαλίζει το ελάχιστο προστατευτικό πλαίσιο για το θεσμό της οικογένειας.» (Παπαντωνίου) Η αναγκαστική διαδοχή διαμορφώθηκε αρχικά από τη νομολογία, ως προσπάθεια μετριασμού του άκρατου αυτού ατομικισμού: σε προσφυγές στενών συγγενών του διαθέτη με την αιτιολογία ότι αυτοί είχαν παραλειφθεί από τη διανομή της κληρονομίας ή δεν είχαν ικανοποιηθεί αρκετά, το αρμόδιο για τις κληρονομικές διαφορές δικαστήριο έκανε παγίως δεκτό ότι ο διαθέτης ήταν ‘quasi non sanae mentis’, δηλαδή οιονεί φρενοβλαβής, με αποτέλεσμα να επέρχεται ακυρότητα της διαθήκης. Σταδιακά, ως ύψος νόμιμης μοίρας καθιερώθηκε ποσοστό 1/4 της εξ αδιαθέτου μερίδας, του οποίου η απόδοση από το διαθέτη με τη μορφή κληρονομικού μεριδίου στον αιτούντα οδηγούσε σε απόρριψη της προσφυγής.
Σήμερα, το μέλλον της νόμιμης μοίρας αμφισβητείται σε θεωρητικό επίπεδο. Στην Ελλάδα, με αφορμή τη συζήτηση για τη συνταγματικότητα των ρυθμίσεων του ν.δ. 472/1974 και του άρθρου 21 του ν. 1738/1987, που θεωρήθηκαν ως διάσπαση του δικαίου της αναγκαστικής διαδοχής, και κατ’ επέκταση τη συζήτηση για τη συνταγματική κατοχύρωση της νόμιμης μοίρας, υποστηρίχθηκαν ευθέως και θέσεις για την κατάργησή της: «Είναι βέβαια εύλογοι οι προβληματισμοί κοινωνικού περιεχομένου σε σχέση με την ανάγκη διατήρησης των διατάξεων περί νομίμου μοίρας οι οποίοι αποσκοπούν στη διατήρηση του θεσμού της νόμιμης οικογένειας. Παράλληλα όμως θα μπορούσε να εκτεθεί και ένας άλλου είδους προβληματισμός: γιατί τάχα χρήζει νομοθετικής κηδεμονίας η βούληση του Έλληνα κληρονομουμένου, ενώ του Βρετανού είναι ώριμη να αποφασίσει σύμφωνα με την απόλυτη ελευθερία της; Η βρετανική οικογένεια δεν χρήζει τάχα ανάλογων νομοθετικών προνομίων; Και πώς τέλος πάντων θα αντιμετωπισθούν όλα αυτά δεδομένης της βαθειάς κοινωνικής αλλαγής που αγγίζει βαθειά το θεσμό της οικογένειας υπό το παραδοσιακό της σχήμα; Πλησίασε ίσως ο χρόνο που η αποσπασματική αντιμετώπιση των προβλημάτων που συνδέονται με τις κοινωνικές μεταβολές (όπως έγινε με τα άλλοτε καλούμενα ‘εξώγαμα τέκνα’, ή τον πολιτικό γάμο δεν επαρκεί. Η αρχή της επίλυσης των θεσμικών αυτών ζητημάτων θα πρέπει, πιστεύω, να γίνει από το κληρονομικό δίκαιο, το οποίο και αποτελεί το επίκεντρο της διατήρησης της παραδοσιακής οικογένειας. Οι σύγχρονες κοινωνίες μπορούν να κατανοήσουν ότι οι δεσμοί και οι θεσμοί δεν χρήζουν ‘νομοθετικών κινήτρων’, όπως αυτό της αναγκαστικής διαδοχής, για να αναπτυχθούν. Αντίθετα, η αντιμετώπιση των πολιτών ως ‘οιονεί φρενοβλαβών’, όταν πρόκειται για την έκφραση της ελεύθερης βούλησής τους, θίγει και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την οικονομική ελευθερία. Στο σημείο αυτό θα πρέπει ίσως να ευαισθητοποιηθεί ο νομοθέτης και να εργασθεί για την αναγωγή της ελεύθερης βούλησης σε πηγή εδραίωσης θεσμών, δεσμών και αισθημάτων.» (Τροβά) Αλλά και μέρος της βιβλιογραφίας του Κληρονομικού Δικαίου τάσσεται ανοιχτά υπέρ της υιοθέτησης του αγλλοσαξονικού συστήματος: «Η ‘σμίκρυνση’ της σύγχρονης οικογένειας, η οικονομική χειραφέτηση σε ευρεία έκταση των μελών της, η συμμετοχή του συζύγου στα αποκτήματα, οι κοινωνικές ασφαλίσεις και η βαθιά μεταβολή στις κοινωνικές και οικονομικές σχέσεις έχουν θέσει υπό αμφισβήτηση τη δικαιολογητική βάση της νόμιμης μοίρας, τουλάχιστο στην έκταση και τη μορφή που αναγνωρίζει ο ΑΚ. Έτσι, δεν είναι άτοπο να υποστηριχθεί ότι το μέλλον της νόμιμης μοίρας είναι αβέβαιο. Η άποψη αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι πολλά ξένα δίκαια (λ.χ. αγγλοαμερικανικά) αναγνωρίζουν σε ορισμένα μέλη της οικογένειας, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, μόνο αξίωση διατροφής σε βάρος της κληρονομίας, δηλ. αγνοούν το θεσμό της νόμιμης μοίρας!» «…απαιτείται αναθεώρηση των διατάξεων του κληρονομικού δικαίου. Η ιδέα της αναθεώρησης έχει ωριμάσει από καιρό και στον ευρωπαϊκό χώρο (πρβλ. Schlüter, Lange-Kuchinke, MünchKomm-Leipold, Staydinger-Otte), ατυχώς όμως δεν έχουν ωριμάσει οι συγκεκριμένες λύσεις. Αυτές απαιτούν εκτεταμένες κοινωνιολογικές έρευνες με αξιόλογα στατιστικά στοιχεία. Αλλά τέτοιες δε φαίνεται να έχουν πουθενά ολοκληρωθεί και γι’ αυτό η σχετική αναθεώρηση έχει οραματικό χαρακτήρα. Η αναθεώρηση πρέπει κυρίως να στραφεί προς τις ακόλουθες κατευθύνσεις: … Να επανεξετασθεί η μορφή απονομής της νόμιμης μοίρας. Μήπως η τελευταία πρέπει να έχει μόνο διατροφικό χαρακτήρα σε βάρος της κληρονομίας ενόψει του ότι το κράτος έχει αναλάβει σε ευρεία έκταση την προστασία των μελών της οικογένειας;» (Φίλιος) Ας σημειωθεί, τέλος, ότι επικρίσεις του θεσμού της νόμιμης μοίρας έχουν διατυπωθεί από παλιά, όπως για παράδειγμα από την αναφερόμενη σχολή του Le Play «ως περιορίζοντος ιδία της εξουσίαν του κληρονομουμένου προς κατάλειψιν της περιουσίας του εις το υπ’ αυτού πλέον άξιον κρινόμενον τέκνον του και επαγομένου, ούτω, κατάτμησιν των ιδιοκτησιών επί βλάβη της κοινωνικής οικονομίας.» (Βουζίκας)
Όπως χαρακτηριστικά καταγράφεται, η μορφή και ο ρόλος της οικογένειας έχει αλλάξει ριζικά τα τελευταία χρόνια και επιτελεί εντελώς διαφορετικές λειτουργίες σε σχέση με το παρελθόν. Η οικογένεια δεν αποτελεί στις μέρες μας οικονομική - παραγωγική μονάδα, ούτε χαρακτηρίζεται ως πολιτική οντότητα, ενώ ο θρησκευτικός της ρόλος έχει εξ ολοκλήρου εκλείψει (Κουμάντος, Δασκαρόλης, Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη). Η οικογένεια, όμως, παραμένει στη σύγχρονη πραγματικότητα βασική κοινωνική μονάδα, καθώς στους κόλπους της ανατίθεται η ανατροφή των ανήλικων τέκνων, η διαπαιδαγώγησή τους, η διαμόρφωση ενός κλίματος αγάπης και στοργής όπου το άτομο ελεύθερα θα αναπτύξει την προσωπικότητά του. Η σύγχρονη συζυγική-πυρηνική οικογένεια αποτελεί κοινωνική μονάδα με συγκεκριμένη αποστολή, την οποία δεν είναι εύκολο να εκπληρώσουν άλλα όργανα της Πολιτείας. «Αλλά και αν υποτεθεί ότι η κρατική γραφειοκρατία θα ήταν δυνατό να αναλάβει τα καθήκοντα ‘διατροφής’ που σήμερα ανατίθενται στην οικογένεια ή και αν ήθελε θεωρηθεί ότι η επέκταση των κοινωνικών ασφαλίσεων εξουδετερώνει τη σημασία της μέριμνας για τα ‘αδύνατα’ μέλη, που ο αστικός κώδικας αναθέτει στην οικογένεια, και πάλι δεν θα άλλαζε η επιλογή των κληρονόμων που γινόταν ως τώρα. Οι πλησιέστεροι δηλαδή συγγενείς και ο επιζών σύζυγος του κληρονομουμένου θα εξακολουθούν να είναι οι ‘αρμοδιότεροι’ κληρονόμοι του, γιατί η αποστολή της οικογένειας δεν περιορίζεται σήμερα μόνο στη διατροφή των ανίκανων για εργασία μελών της και στην επιμέλεια των ανηλίκων.» (Παπαντωνίου)
Οι παραπάνω σκέψεις μας βοηθούν να κατανοήσουμε τη θεμελιώδη διαφορά ανάμεσα στο ηπειρωτικό δίκαιο, που παραδοσιακά αναγνωρίζει το θεσμό της νόμιμης μοίρας, και το αγγλοσαξονικό δίκαιο, που περιλαμβάνει μόνο ρυθμίσεις διατροφικού χαρακτήρα για ορισμένα πρόσωπα που είχαν στενή σχέση με τον αποθανόντα˙ διαφορά που απαντά ως έναν βαθμό και στον προβληματισμό της παρούσας εισήγησης. Στο κρατικο – συντεχνιακό ή ηπειρωτικό πρότυπο κράτους πρόνοιας, «βασικός πυρήνας κοινωνικής φροντίδας είναι η παραδοσιακή οικογένεια», η προστασία της οποίας αναγορεύεται σε κοινωνικό δικαίωμα με την αντίστοιχη συνταγματική κατοχύρωση. Έτσι, η νόμιμη μοίρα εξασφαλίζει ως ένα βαθμό την φροντίδα των μελών της οικογένειας μετά το θάνατο του κατέχοντος την ιδιοκτησία, ώστε να μην καταστεί αναγκαία η επέμβαση του κράτους με κοινωνικές παροχές και υπηρεσίες σύμφωνα με την επικρατούσα αρχή της επικουρικότητας. Αντίθετα, στο φιλελεύθερο – αγγλοσαξονικό πρότυπο κράτους πρόνοιας, που «χαρακτηρίζεται από επιλεκτική κοινωνική βοήθεια στα πιο αδύνατα μέλη της κοινωνίας μετά από έλεγχο των εισοδημάτων τους, η ιδεολογική πρωτοκαθεδρία της αγοράς και η υποταγή της κοινωνικής πολιτικής στις οικονομικές προτεραιτότητες» υπαγορεύουν την απόλυτη ιδιωτική αυτονομία και την ελευθερία διάθεσης και διαχείρισης της περιουσίας, ως συστατικά στοιχεία της αυτονομίας και αυτορρύθμισης της αγοράς. Τα αδύνατα μέλη της οικογένειας του θανόντος, αν παραλειφθούν από τη διανομή της κληρονομίας, έχουν μόνο δικαίωμα ‘διατροφής από την περιουσία’ του και μόνο υπό τον έλεγχο του δικαστηρίου. (για όλα τα παραπάνω σχετικά με τη διάκριση των μορφών κράτους πρόνοιας και την ασκούμενη κριτική, Κατρούγκαλος με τις εκεί παραπομπές)
Το ερώτημα που τίθεται προς συζήτηση με την παρούσα εισήγηση είναι: αν η τυχόν κατάργηση της νόμιμης μοίρας υπακούει στη νεοσυντηρητική, διαπνεόμενη από τις αρχές του φιλελευθερισμού, κριτική του κοινωνικού κράτους, αν δηλαδή συνιστά μορφή «απορρύθμισης» στο όνομα νεοφιλελεύθερης πολιτικής. Οι παρατηρήσεις ότι «η ‘μεγάλη κοινωνία’ του φιλελευθερισμού μπορεί να εξασφαλισθεί μόνον με την αυθόρμητη τάξη πραγμάτων που αναπαράγει η αγορά στα πλαίσια των κανόνων της ιδιοκτησίας», καθώς και ότι «ο φιλελευθερισμός είναι άρρηκτα δεμένος με τους θεσμούς της ατομικής ιδιοκτησίας, που είναι το όνομα το οποίο δίνουμε συνήθως στην υλική όψη του προστατευόμενου ιδιωτικού χώρου» (‘πολιτικο-οικονομική κριτική’ του κράτους πρόνοιας), καταδεικνύουν την αποδιδόμενη από τις τάσεις αυτές σημασία του «απεγκλωβισμού» της ιδιοκτησίας και της ελεύθερης διαχείρισής της από οποιουσδήποτε περιορισμούς. Η επιδιωκόμενη κινητικότητα και ανταγωνιστικότητα του κεφαλαίου, ως αναπόσπαστη και θεμελιώδης προϋπόθεση της ενίσχυσής του, εξασφαλίζεται μόνο από την απόλυτη προστασία της ιδιωτικής αυτονομίας και δεν μπορεί να εμποδίζεται από νομοθετικές παρεμβάσεις για χάριν της προστασίας οποιουδήποτε άλλου συμφέροντος, όπως η ενίσχυση και διατήρηση της οικογένειας. Η τελευταία δεν απεμπολεί τον κοινωνικό της ρόλο επιτελώντας «παιδαγωγικές και ψυχικές λειτουργίες» (Κουμάντος), αλλά η οικονομική στήριξη των μελών της ως ατόμων προέρχεται αποκλειστικά από τη δική τους εργασία και χειραφέτηση και μόνο σε περίπτωση ανάγκης μπορούν αυτά να διεκδικήσουν μέρος του κεφαλαίου της κληρονομίας ως διατροφή. Εξ άλλου, οι απόψεις που παραθέσαμε παραπάνω για νομοθετική κηδεμονία της βούλησης και προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας μέσω της αναγκαστικής διαδοχής, καθώς και για ανάγκη ενίσχυσης των δεσμών της οικογένειας με άξονα την ελευθερία διάθεσης, παραπέμπουν ευθέως στην ‘ηθική κριτική’ του κράτους πρόνοιας, το οποίο επικρίνεται για «τον πατερναλιστικό και δεσποτικό χαρακτήρα του, που διευρύνει την γραφειοκρατία, περιορίζει την προσωπική αυτονομία, υπονομεύει την οικογένεια και εκμαυλίζει τους δικαιούχους, αποκόπτοντας τους από την παραγωγική διαδικασία». Από την άλλη πλευρά, οι σκέψεις για την αμφισβήτηση της δικαιολογητικής βάσης της νόμιμης μοίρας λόγω της κατοχύρωσης της κοινωνικής ασφάλισης, εντάσσονται οπωσδήποτε στη φιλοσοφία του ηπειρωτικού μοντέλου κράτους πρόνοιας, του οποίου βασικό θεσμικό χαρακτηριστικό αποτελεί ο ασφαλιστικός δεσμός με συνέπεια την κατηγορική αναγνώριση δικαιωμάτων και κυμαινόμενες παροχές ανάλογες με την εργασία και τις ασφαλιστικές παροχές, παραγνωρίζει όμως σε σημαντικό βαθμό τις τελευταίες εξελίξεις και τις επιχειρούμενες ανατροπές ασφαλιστικών δικαιωμάτων, με την επέκταση της ιδιωτικής ασφάλισης σε βάρος αυτών που μέχρι τώρα κατέβαλαν εισφορές για τη χρηματοδότηση των κοινωνικών παροχών.
Τέλος, ας επισημανθεί με έμφαση ότι όλη η παραπάνω συζήτηση για την ανάγκη διατήρησης της νόμιμης μοίρας που οπωσδήποτε εκλαμβάνει ως δεδομένο την ανάγκη διατήρησης και ύπαρξης του κληρονομικού δικαίου, εντάσσεται αποκλειστικά στο πλαίσιο του συστήματος των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. «Το κληρονομικό δίκαιο εκφράζει, όπως και ο αστικός κώδικας, αστικοφιλελεύθερη ιδεολογία. Αυτή βασίζεται στην ατομική ιδιοκτησία και γίνεται ανάμεσα σε δύο πόλους: την ελευθερία διάθεσης και την προστασία της οικογένειας. Τα συγκρουόμενα συμφέροντα του κληρονομουμένου (ελευθερία διάθεσης) και της οικογένειας (περιέλευση της κληρονομίας σ’ αυτήν) συμβιβάζονται σε ένα ελάχιστο κληρονομικό δικαίωμα της οικογένειας, τη νόμιμη μοίρα (1/2 εξ αδιαθέτου μερίδας).» (Φίλιος) Αντίθετα, στο σοσιαλιστικό σύστημα η κρατικοποίηση των μέσων παραγωγής και η επικράτηση κοινωνικής ασφάλειας (και όχι ασφάλισης), με εξάλειψη της ανεργίας και αποκλειστικά δημόσια και δωρεάν παιδεία, υγεία και πρόνοια, δε συνάδουν με την ύπαρξη κληρονομικού δικαίου, όπως το γνωρίζουν τα αστικά καθεστώτα, και αίρουν την ανάγκη προστασίας της οικογένειας, όπως την αντιλαμβάνεται το αστικό κοινωνικό κράτος, μέσω και της αναγνώρισης νόμιμης μοίρας. Εξ άλλου, η επιτυχία του σοσιαλιστικού κράτους εντοπίζεται ανάμεσα στα άλλα στην εργατική καταγραφή και τον έλεγχο της παραγωγής και της κατανομής των προϊόντων και όχι στην ικανότητα του ατόμου ή της οικογένειας ως καταναλωτική μονάδα ή κοινότητα των προϊόντων που παράγωνται στα ιδιωτικά εργοστάσια - επιχειρήσεις (πρβλ. Κουνουγέρη – Μανωλεδάκη). «… χωρίς ολόπλευρη, κρατική καταγραφή και έλεγχο της παραγωγής και της κατανομής των προϊόντων, η εξουσία των εργαζομένων, η ελευθερία των εργαζομένων δεν μπορεί να διατηρηθεί και αναπόφευκτα θα ξαναπέσουμε στο ζυγό του καπιταλισμού. Ολες οι συνήθειες και οι παραδόσεις της αστικής τάξης γενικά και της μικροαστικής τάξης ειδικά αντιτάσσονται επίσης στον κρατικό έλεγχο, είναι υπέρ του απαραβίαστου της «ιερής ατομικής ιδιοκτησίας», της «ιερής» ιδιωτικής επιχείρησης. …Η πάλη για να μπάσουμε στις μάζες την ιδέα του σοβιετικού - κρατικού ελέγχου και της καταγραφής, για να εφαρμοστεί αυτή η ιδέα, για να ξεκόψουμε από το καταραμένο παρελθόν, που έμαθε στους ανθρώπους να θεωρούν την προσπάθεια να αποκτήσουν ψωμί και ρούχα «ιδιωτική» υπόθεση, αγοραπωλησία, παζάρεμα, που «αφορά μονάχα εμένα» - αυτή ακριβώς η πάλη είναι μια πολύ μεγάλη πάλη και έχει κοσμοϊστορική σημασία, είναι η πάλη της σοσιαλιστικής συνειδητότητας ενάντια στον αστικο-αναρχικό αυθορμητισμό. … Ο εργατικός έλεγχος καθιερώθηκε σε μας όχι σαν νόμος, μα στη ζωή, και μάλιστα στη συνείδηση των πλατιών μαζών του προλεταριάτου.» (Λένιν) Η απόδοση κληρονομικών δικαιωμάτων και νόμιμης μοίρας, και μάλιστα σε ένα ιδιαίτερα αυξημένο ποσοστό (πρβλ. διάταγμα ΕΣΣΔ 1945), αναφέρεται αποκλειστικά στην δυνατότητα ιδιοκτησίας ορισμένων περιουσιακών στοιχείων, για λόγους που ανάγονται στην προσωπική και ηθική ανάγκη του ατόμου και της οικογένειας και όχι για να αποτελέσουν αυτά αντικείμενο συναλλαγής και διαχείρισης, ώστε να τίθεται θέμα κατοχύρωσης της ελευθερίας διάθεσης ως συγκρουόμενο μέγεθος με την προστασία της οικογένειας. Η παράμετρος αυτή, άλλωστε, εξηγεί με τον πιο αποκαλυπτικό τρόπο το αυξημένο ύψος της νόμιμης μοίρας, καθώς η αναγνώριση περιορισμένης ιδιοκτησίας σε ορισμένα μόνο αντικείμενα (και όχι προφανώς στα μέσα παραγωγής και στη γη) δικαιολογείται ως επί το πλείστον για την ηθική και συναισθηματική υπόσταση του ατόμου και της οικογένειάς του και κατά λογική ακολουθία η ιδιοκτησία σ’ αυτά τα στοιχεία εξακολουθεί να αναγνωρίζεται εφόσον αυτά παραμένουν στους κόλπους της ίδιας οικογένειας. Εξ άλλου, για τους λόγους αυτούς είναι εντελώς ασύνδετη και ανεδαφική η έρευνα για τη σκοπιμότητα της ύπαρξης του κληρονομικού δικαίου ως απάντηση στη διακηρυγμένη κατάργησή του από τη δικτατορία του προλεταριάτου. «Όταν συλλάβουμε την κοινωνική λειτουργία του κληρονομικού δικαίου … θα μπορέσουμε ακόμα να κρίνουμε και τη σκοπιμότητα να υπάρχει κληρονομικό δίκαιο. Η αντιμετώπιση του προβλήματος αυτού είναι αναγκαία, γιατί ενώ για τα άλλα τμήματα του αστικού δικαίου διατυπώνονται αντιρρήσεις ως προς συγκεκριμένες ρυθμίσεις τους, για το κληρονομικό δίκαιο αμφισβητήθηκε και αυτή η σκοπιμότητά του να υπάρχει. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, που συνέταξαν το 1848 οι Μαρξ και Έγκελς, περιέχεται επιγραμματικά η ‘κατάργηση του κληρονομικού δικάιου’ ως μία από τις μεταβολές στο δίκαιο που θα έπρεπε να επιδιώξει το εργατικό προλεταριάτο.» (Παπαντωνίου)










Οι εξελίξεις του δικαίου της νόμιμης μοίρας σε ευρωπαϊκό επίπεδο
(οι προσπάθειες προς ένα ενιαίο ευρωπαϊκό κληρονομικό δίκαιο)

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο η συζήτηση γύρω από το θέμα της νόμιμης μοίρας είναι ιδιαίτερα περιορισμένη και εντάσσεται στην επίσης περιορισμένη συζήτηση για την ενοποίηση του κληρονομικού δικαίου στο πλαίσιο της δημιουργίας ενός κοινού Ευρωπαϊκού Αστικού Κώδικα. Ωστόσο, η συζήτηση αυτή είναι ενδεικτική των διαφαινόμενων τάσεων και επιδιώξεων, εμπλουτίζεται δε διαρκώς στην πορεία προς τη δημιουργία του ενιαίου ευρωπαϊκού χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης. Κατ’ αρχήν, το κληρονομικό και το οικογενειακό δίκαιο χαρακτηρίζονται ως δίκαια άμεσα εξαρτώμενα από τις ηθικές και πολιτιστικές αξίες κάθε έννομης τάξης, ώστε οποιαδήποτε παρέμβαση καθίσταται από πρώτη τουλάχιστον όψη δυσχερής (Alain Verbeke, Yves-Henri Lelen). Όπως ορθά παρατηρείται, οι περισσότεροι συγγραφείς προτιμούν τη σιωπή σε θέματα κληρονομικού δικαίου, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει για παράδειγμα στο ενοχικό ή ποινικό δίκαιο (Dieter Martiny), ενώ καταγράφεται και η άποψη ότι τόσο το οικογενειακό όσο και το κληρονομικό δίκαιο είναι άσχετα προς τον οικονομικό σκοπό της Ένωσης (Mattias Pechstein) και ότι κατά την επιλογή των ρυθμιστικών αντικειμένων προς τη θέσπιση του Ευρωπαϊκού Αστικού Κώδικα θα έπρεπε κανείς να περιοριστεί αρχικά στο δίκαιο σχετικά με την περιουσία (Ulrich Drobnig). Ωστόσο, η Επιτροπή εκτιμά ότι πρέπει και στο πεδίο του Αστικού Δικαίου να επιτευχθεί μεγαλύτερη σύγκλιση και τονίζεται ότι η απάλειψη εμποδίων που δημιουργούνται από διαφορές στη νομοθεσία και τις διαδικασίες επιβάλλεται να επιδιωχθεί, ανάμεσα στα άλλα, και μέσω της κατάρτισης νομικής πράξης σχετικά με το εφαρμοστέο δίκαιο σε θέματα διαζυγίου, σε υποθέσεις που αφορούν τα περιουσιακά στοιχεία των συζύγων και τις κληρονομικές σχέσεις (Δονάτος Ι. Παπαγιάννης). Αναζητώνται, έτσι, ως περιορισμένη έστω βάση ενός ius commune, τα κοινά στοιχεία των κληρονομικών δικαίων στα κράτη-μέλη. Συγκεκριμένα, αναφορικά με τη νόμιμη μοίρα, αναγνωρίζεται ότι, σε αντίθεση με τα αγγλοαμερικανικά νομικά συστήματα, η κατοχύρωση του θεσμού υποστηρίζεται πλήρως από τις χώρες των κωδίκων (civil law countries), ενώ ανάμεσά τους εντοπίζονται ορισμένα κοινά σημεία: ο κύκλος των δικαιούχων προσώπων είναι κατά βάση ο ίδιος (καθολική προστασία των κατιόντων - συχνότατη προστασία του επιζώντος συζύγου - σταδιακή εγκατάλειψη της προστασίας των ανιόντων - καθολικός αποκλεισμός των αδελφών)˙ η ενοχική εξασφάλιση της νόμιμης μοίρας σταδιακά επικρατεί (παράδειγμα Ολλανδίας), ενώ ταυτόχρονα φαίνεται να υποχωρεί η αυστηρή γαλλική réserve και η απόλυτη εμπράγματη ασφάλεια του Βελγίου χαρακτηρίζεται απαρχαιωμένη με άδικα πολλές φορές αποτελέσματα για τους κληρονόμους. (Alain Verbeke, Yves-Henri Lelen) Οι παραπάνω παρατηρήσεις, αν και δε συνοψίζουν πάντα τις ρυθμίσεις των διαφόρων εθνικών δικαίων, πάντως εκφράζουν ορισμένες τάσεις και προτεινόμενες σκέψεις νομοθετικής επιλογής (de lege ferenda) σε επίπεδο θεωρίας.
Προς επίρρωση όλων των παραπάνω, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή νομικής συνεργασίας (European Committee on Legal Co-operation) του Συμβουλίου απέστειλε το Νοέμβριο του 2003 ερωτηματολόγιο προς τα κράτη – μέλη σχετικά με τις ισχύουσες από τα εθνικά δίκαια ρυθμίσεις του κληρονομικού δικαίου, με ιδιαίτερη αναφορά και στα θέματα της νόμιμης μοίρας. (Preliminary Guidelines on Succession and Matrimonial Property regimes and Questionnaire, Council of Europe- Working Party on Succession (CJ-FA-GT2), Strasbourg, 7 November 2003). Τα ερωτήματα κινούνται στην ίδια κατεύθυνση προς την αναζήτηση κοινών σημείων, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, και φαίνεται να εκφράζουν έμμεσα ορισμένες επιδιώξεις:
1) What groups of heirs are entitled to reserved shares and what are the shares (percentage)? Are there other limitations e.g. maximum amounts?
2) Does the compulsory reserved share represent a co-ownership interest in the deceased’s estate or a claim to monetary compensation?
3) Should there only be the minimum protection as afforded in the guidelines for the spouse and dependent children so that no protection should be needed for independent adult children?
4) Does your law make provision ultimately for judicial discretion to be exercised in favour of deserving family members if such members do not have a reserved share e.g. reasonable financial provision or maintenance claims against the estate?
5) In the light of the protection afforded under the other guidelines should the reserved share be maintained restricted or abolished?
Επιπλέον, στο κείμενο καταγράφεται με σαφήνεια, ως εισαγωγή των ερωτημάτων για τις ρυθμίσεις της αναγκαστικής διαδοχής, η επιταγή για τον αποκλεισμό των ανιόντων από τις προστατευτικές διατάξεις της νόμιμης μοίρας, με την πρόβλεψη ενδεχομένως κάποιας διατροφής: Ascendants should not have any compulsory succession rights in respect of the deceased’s estate – although maintenance could be available. Η επιταγή αυτή σε συνδυασμό με τα ερωτήματα για τα ενήλικα ανεξάρτητα τέκνα και για την πρόβλεψη υπέρ προσώπων έξω από τον κύκλο των αναγκαίων κληρονόμων, εμφανώς παραπέμπουν στο αγγλοαμερικανικό πρότυπο, φορτίζονται ιδεολογικά και προσδίδουν περισσότερο ένα διατροφικό χαρακτήρα στη νόμιμη μοίρα πέρα από την κοινωνικο-ηθική αποστολή της για προστασία της οικογένειας, που παραδοσιακά επικαλούνται τα ηπειρωτικά δίκαια. Το τελευταίο δε ερώτημα περί διατήρησης ή κατάργησής της σαφέστατα εκδηλώνει την επιδίωξη να τεθεί τουλάχιστον το θέμα στα κράτη, τη στιγμή που τα εθνικά δίκαια και η νομολογία ουδέποτε έχουν αφήσει να διαφανούν περιθώρια μείωσης της προστασίας, ενώ οι τελευταίες εξελίξεις στο δίκαιο της νόμιμης μοίρας καταγράφουν τη διεύρυνση του κύκλου των δικαιούμενων προσώπων με την αναγνώριση του δικαιώματος στους εξώγαμους (ομοφιλόφυλους) συντρόφους.


Συγκριτική επισκόπηση

Οι ρυθμίσεις της νόμιμης μοίρας
στα κράτη του ηπειρωτικού δικαίου
Αυστρία: Το σύγχρονο αυστριακό δίκαιο απονέμει το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας με τη μορφή ενοχικής αξίωσης για χρηματική ικανοποίηση από τους (εκ διαθήκης) κληρονόμους, στους κατιόντες, τους ανιόντες (γονείς, παππούδες, προπαππούδες) εφόσον δεν υπάρχουν κατιόντες και στον επιζώντα σύζυγο. Η θέση της συζύγου ενισχύεται με δικαιώματα, όπως αυτό της διατροφής και του μισθού της χήρας. Το ποσοστό της νόμιμης μοίρας ανέρχεται στο 1/2 της εξ αδιαθέτου μερίδας για τους κατιόντες και τη σύζυγο και στο 1/3 για τους ανιόντες. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η ρύθμιση για τη δυνατότητα περιορισμού της νόμιμης μοίρας στο μισό (Pflichtteilsminderung), εφ’ όσον ο διαθέτης ουδέποτε είχε στενή σχέση με το τέκνο ή τον γονέα του, κάτι, που όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, συνηθίζεται στην οικογένεια μεταξύ γονέων και τέκνων.

Βέλγιο: Ο βελγικός Αστικός Κώδικας αναγνωρίζει δικαίωμα νόμιμης μοίρας με τη μορφή της γαλλικής réserve, δεσμεύοντας δηλαδή τμήμα της περιουσίας προς όφελος των μεριδούχων (εμπράγματη ασφάλεια). Δεσμεύεται το 1/2 της περιουσίας όταν υπάρχει ένα παιδί, τα 2/3 όταν υπάρχουν δύο παιδιά και τα 3/4 όταν υπάρχουν τρία ή περισσότερα παιδιά. Ακολουθεί η προστασία των ανιόντων με δέσμευση του 1/4 της περιουσίας, οι οποίοι όμως δεν μπορούν να ζητήσουν την κάλυψη της νόμιμης μοίρας από τον επιζώντα σύζυγο, αλλά μπορούν να απαιτήσουν διατροφή σε περίπτωση ανάλογης ανάγκης από την περιουσία ως το ποσό που χάνουν λόγω των δωρεών προς αυτόν. Το δικαίωμα νόμιμης μοίρας του επιζώντος συζύγου αναγνωρίζεται με μια ιδιότυπη μορφή επικαρπίας. Συγκεκριμένα, ο σύζυγος επιλέγει ανάμεσα στην «ποσοτική» (abstract or quantitative reserved portion) και την «ποιοτική» (concrete or qualitative reserved portion) νόμιμη μοίρα. Η μεν πρώτη περιλαμβάνει την επικαρπία στο μισό της κληρονομίας (in half of the property of the estate), ενώ η δεύτερη την επικαρπία στην ‘πραγματική’ περιουσία (of the real property), δηλ. την οικογενειακή στέγη και τον εξοπλισμό της. Αν η οικογενειακή στέγη και ο εξοπλισμός ξεπερνούν το μισό της περιουσίας, η επικαρπία σ’ αυτά παραμένει, εάν δε υπολείπεται, καλύπτεται ανάλογα μέχρι το ποσοστό αυτό με την επικαρπία και σε άλλα περιουσιακά στοιχεία. Η επικαρπία βαρύνει την κυριότητα των κληρονομιαίων τόσο των αναγκαίων όσο και των εκ διαθήκης κληρονόμων. Προβλέπονται δε ειδικοί λόγοι αποκλήρωσης του συζύγου σε περίπτωση διάστασης (είτε μέσω της διαθήκης είτε και δικαστικά), με δικαίωμα όμως διατροφής σε περίπτωση ανάλογης ανάγκης.

Γαλλία: Ο γάλλος νομοθέτης καθιερώνει κατ’ εξοχήν την εμπράγματη ασφάλεια της νόμιμης μοίρας με τη λεγόμενη réserve, ορίζοντας τι μπορεί και τι δεν μπορεί να διαθέσει ο κληρονομούμενος και καθιστώντας τους μεριδούχους κληρονόμους στο μέρος της δεσμευμένης περιουσίας. Ως δικαιούχοι αναγνωρίζονται οι γονείς, οι κατιόντες και από το 2001 ο επιζών σύζυγος. Δεσμεύεται το 1/2 της περιουσίας όταν υπάρχει ένα παιδί, τα 2/3 όταν υπάρχουν δύο παιδιά και τα 3/4 όταν υπάρχουν τρία ή περισσότερα παιδιά. Οι ανιόντες καλούνται ως αναγκαίοι κληρονόμοι, όταν απουσιάζουν κατιόντες από την κληρονομική διαδοχή, στο 1/2 της περιουσίας, αν υπάρχουν ανιόντες και από τις δύο γραμμές συγγένειας, πατρική και μητρική, και στο 1/4, αν υπάρχουν ανιόντες μόνο από τη μία γραμμή, είτε πατρική είτε μητρική. Ο επιζών σύζυγος καλείται ως νόμιμος μεριδούχος στο 1/4 της κληρονομίας, αν και η θέση του διαμορφώνεται τελικά από ποικίλες ρυθμίσεις του οικογενειακού και του κληρονομικού δικαίου (πρβλ. αυξημένο ποσοστό ελευθεριότητας).

Γερμανία: Το γερμανικό δίκαιο κατοχυρώνει τη νόμιμη μοίρα ενοχικά με τη μορφή χρηματικής αξίωσης απέναντι στους κληρονόμους. Ως δικαιούχοι αναγνωρίζονται οι κατιόντες, οι γονείς και ο επιζών σύζυγος σε ενιαίο ποσοστό, δηλ. στο 1/2 της εξ αδιαθέτου μερίδας. Σημαντικές είναι οι ειδικές διατάξεις για την ‘εξισορρόπηση’ των περιουσιακών δικαιωμάτων του επιζώντος συζύγου αφ’ ενός της νόμιμης μοίρας και αφ’ ετέρου του δικαιώματος στα αποκτήματα.

Ελβετία: Ο ελβετικός Αστικός Κώδικας δεσμεύει ως άθικτο (unantastbar) τμήμα της κληρονομίας, που αποδίδεται στους μεριδούχους και αφαιρείται απ’ αυτούς μόνο για λόγους αποκλήρωσης ή στο πλαίσιο μας κληρονομικής σύμβασης παραίτησης (im Rahmen eines Erbverzichtsvertrages). Αναγκαίοι κληρονόμοι είναι οι κατιόντες, οι γονείς και ο επιζών σύζυγος˙ σε ποσοστό των 3/4 της εξ αδιαθέτου μερίδας οι πρώτοι και του 1/2 οι τελευταίοι δύο. Ας σημειωθεί ότι είναι ισχυρές γαμικές συμφωνίες που προβλέπουν τη συνολική απόδοση της περιουσίας (και των δύο συζύγων) στον επιζώντα σύζυγο μετά το θάνατο του ενός εκ των δύο (Zuwelsung der gesamten Vorschlags beider Ehegatten an den Lieberlebenden Ehegatten). Σ’ αυτή την περίπτωση, τα κοινά τέκνα ασκούν τις κληρονομικές τους απαιτήσεις επί της περιουσίας μόνο μετά και το θάνατο του επιζώντος συζύγου. Αντίθετα, η νόμιμη μοίρα των μη κοινών τέκνων δεν επηρεάζεται από μια τέτοια συμφωνία.

Ελλάδα: Το ελληνικό δίκαιο κατοχυρώνει την εμπράγματη ασφάλεια της νόμιμης μοίρας, όχι όμως με τη μορφή της γαλλικής réserve, αλλά με τη μορφή της ευρείας διανεμητικής εξουσίας του διαθέτη. Δικαιούχοι είναι οι κατιόντες, οι γονείς και ο επιζών σύζυγος με ενιαίο ποσοστό, αυτό του 1/2 της εξ αδιαθέτου μερίδας.

Ιταλία: Στο σύγχρονο ιταλικό δίκαιο κυριαρχεί το σύστημα της δέσμευσης τμήματος της περιουσίας προς χάρη των νόμιμων μεριδούχων (εμπράγματη φύση ν.μ.) και συγκεκριμένα προς χάρη των τέκνων, των ανιόντων (eherliche Vorfahren) και του επιζώντος συζύγου. Ως ελεύθερη διαθέσιμη περιουσία (zur freien Verfügung des Erblassers stehende Anteil) αφήνεται i) το 1/4 όταν υπάρχουν είτε σύζυγος και δύο παιδιά είτε σύζυγος και ανιόντες ii) το 1/3 όταν υπάρχουν δύο ή περισσότερα παιδιά iii) το 1/2 όταν υπάρχει μόνο ο σύζυγος ή ένα μόνο παιδί iv) τα 2/3 όταν υπάρχουν μόνο ανιόντες. Την ελεύθερη διαθέσιμη περιουσία βαραίνουν, επίσης, οι απαιτήσεις του επιζώντος συζύγου για την οικογενειακή στέγη και τον εξοπλισμό.

Ισπανία: Το ισπανικό δίκαιο της νόμιμης μοίρας κατοχυρώνει την εμπράγματη ασφάλεια για την προστασία των αναγκαίων κληρονόμων, οι οποίοι είναι οι ανιόντες, οι κατιόντες και ο επιζών σύζυγος. Δεσμεύει, λοιπόν, τα 2/3 της περιουσίας προς χάρη των κατιόντων και το 1/2 για τους ανιόντες· αν, μάλιστα, ζει ο ένας μόνο από τους δύο γονείς, ο πατέρας ή η μητέρα του αποθανόντος, τότε αυτός δικαιούται ολόκληρο το μερίδιο. Για τον επιζώντα σύζυγο επιφυλάσσεται δικαίωμα επικαρπίας: στο 1/3 της ελεύθερης περιουσίας όταν συντρέχει ως κληρονόμος με τους κοινούς απογόνους, στο 1/2 όταν συντρέχει με τους ανιόντες ή τα τέκνα του διαθέτη και στα 2/3 όταν συντρέχει με λοιπούς συγγενείς.

Λουξεμβούργο: Το δίκαιο της νόμιμης μοίρας στο Λουξεμβούργο αναγνωρίζει ως αναγκαίους κληρονόμους αποκλειστικά και μόνο τους κατιόντες. Η ν.μ. εξασφαλίζεται εμπραγμάτως και ως ελεύθερη διαθέσιμη περιουσία ορίζεται: i) το 1/2 όταν υπάρχει ένα τέκνο, ii) το 1/3 όταν υπάρχουν δύο τέκνα, iii) το 1/4 όταν υπάρχουν τρία ή περισσότερα τέκνα. Πάντως, οι δωρεές προς το σύζυγο δεν επηρεάζονται κατά τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας, ενώ ο διαθέτης μπορεί με τη διαθήκη να αποδώσει σ’ αυτόν την επικαρπία σε ολόκληρη την περιουσία.

Ολλανδία: Ο νέος ολλανδικός Αστικός Κώδικας απονέμει στους νόμιμους μεριδούχους δικαίωμα ενοχικής φύσης (a monetary claim against the joint heirs) απέναντι στους ‘πραγματικούς’ κληρονόμους (the New Dutch Civil Code disconnects the qualities of necessary heir and heir as such). Ως δικαιούχοι αναγνωρίζονται τα τέκνα και ο επιζών σύζυγος. Στα τέκνα αποδίδεται ποσοστό που ανέρχεται στο 1/2 της περιουσίας (Necessary heirs are the spouse and the children of the deceased), ενώ για τον επιζώντα σύζυγο η ρύθμιση αφορά την αναγνώριση διαφόρων δικαιωμάτων, όπως π.χ. επικαρπία. Στην περίπτωση που ο σύζυγος είναι ο μοναδικός κληρονόμος (turns out to be the sole and only heir), η αξίωση των τέκνων παραγράφεται όχι έξι μήνες μετά την επαγωγή της κληρονομίας ως συνήθως, αλλά έξι μήνες μετά το θάνατο του τελευταίου. Η αξίωση αυτή είναι άτοκη.

Ουγγαρία: Στην Ουγγαρία η νόμιμη μοίρα εξασφαλίζεται στους κατιόντες, τους γονείς και τον επιζώντα σύζυγο με τη μορφή χρηματικής απαίτησης. Το εν λόγω ποσοστό ανέρχεται για τους κατιόντες και τους γονείς στο 1/2 της εξ αδιαθέτου μερίδας. Η νόμιμη μοίρα του συζύγου εξαρτάται από το αν κατά την εξ αδιαθέτου διαδοχή θα κληρονομούσε επικαρπία ή πλήρη κυριότητα, κάτι που καθορίζεται από την ύπαρξη ή μη τέκνων. Αν, λοιπόν, ο σύζυγος κληρονομούσε εξ αδιαθέτου την επικαρπία, τότε κατά τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας, πάλι με τη μορφή της επικαρπίας, θα ληφθούν υπόψη οι ιδιαίτερες ανάγκες του. Αν, από την άλλη πλευρά, αποκτούσε πλήρη κυριότητα, τότε ως νόμιμη μοίρα θα λάβει το μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας. Η νόμιμη μοίρα του επιζώντος συζύγου με τη μορφή της επικαρπίας εξαρτάται από το συνυπολογισμό των δωρεών.

Πολωνία: Το πολωνικό δίκαιο αναγνωρίζει το δικαίωμα νόμιμης μοίρας με τη μορφή χρηματικής απαίτησης, κατ’ αρχήν απέναντι στους κληρονόμους, στους κατιόντες, τους γονείς και τον επιζώντα σύζυγο σε ποσοστό που ανέρχεται στο μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας. Σύμφωνα με ειδική πρόβλεψη, αν ένας μεριδούχος είναι ανήλικος ή διαρκώς ανίκανος προς εργασία, τότε λαμβάνει ως νόμιμη μοίρα τα 3/4 της εξ αδιαθέτου μερίδας του.

Σκωτία και Ιρλανδία: Τα δίκαια της Σκωτίας και της Ιρλανδίας για τη νόμιμη μοίρα εξετάζονται συνήθως μαζί, λόγω κυρίως της απομάκρυνσής τους από το αγγλικό πρότυπο, αφού κανείς θα περίμενε μάλλον το αντίθετο. Στη Σκωτία ανέκαθεν προτιμάται ο θεσμός της νόμιμης μοίρας για την προστασία της οικογένειας, ενώ στην Ιρλανδία μέχρι το 1965 ίσχυε η απόλυτη ελευθερία του διαθέτη. Από τη μία πλευρά, λοιπόν, στη Σκωτία αναγνωρίζεται δικαίωμα νόμιμης μοίρας με τη μορφή εμπράγματης ασφάλειας (as jus relictae or jus relicti) στο σύζυγο και τα τέκνα και δεσμεύεται το 1/3 για το σύζυγο και το 1/3 για τα τέκνα. Αν υπάρχει μόνο σύζυγος ή μόνο τέκνα, δεσμεύεται το 1/2 της κινητής περιουσίας, γεγονός που καταγράφεται και στη Σκωτία ως βασικό μειονέκτημα και σημειώνεται ως ανάγκη η τροποποίηση του προστατευτικού συστήματος προς όλους τους τύπους της ιδιοκτησίας (to all types of property). Από την άλλη πλευρά, στην Ιρλανδία ως νόμιμος μεριδούχος προστατεύεται μόνο ο επιζών σύζυγος με τη δέσμευση του 1/2 της συνολικής περιουσίας αν δεν υπάρχουν παιδιά ή του 1/3 αν υπάρχουν. Ο σύζυγος μπορεί να επιλέξει ανάμεσα σ’ αυτό το μερίδιο ή στα εκ διαθήκης καταλειπόμενα. Τα τέκνα, αντίθετα, δε λαμβάνουν νόμιμη μοίρα, αλλά έχουν δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο μέσα σε 12 μήνες από την επαγωγή με τον ισχυρισμό ότι ο διαθέτης δεν εκπλήρωσε το ηθικό του καθήκον και δεν προέβλεψε ορθά για τα τέκνα του με τη διαθήκη, μέθοδο που μας παραπέμπει στα αμερικανικά συστήματα.

Φινλανδία και Σουηδία: Τα δύο δίκαια εξετάζονται συγχρόνως λόγω της έντονης ομοιότητάς τους. Ως νόμιμοι μεριδούχοι, αναγνωρίζονται μόνο οι κατιόντες σε ποσοστό 1/2 της εξ αδιαθέτου μερίδας, λαμβάνουν δε τούτο ως ένα συγκεκριμένο μερίδιο της περιουσίας (a certain share of the estate). Ο διαθέτης, όμως, μπορεί να προβλέψει τη χρηματική ικανοποίησή τους με δεσμευτικότητα προς όλους τους κληρονόμους (εμπράγματη ασφάλεια ως ενδοτικό δίκαιο). Παραδοσιακά, όπως αναφέρεται, οι σύζυγοι τόσο στη Σουηδία όσο και στη Φινλανδία βρίσκονται σε αδύναμη θέση και δεν προστατεύονται με το σύστημα της νόμιμης μοίρας, αλλά με άλλες διατάξεις όπως π.χ. ρυθμίσεις για την οικογενειακή στέγη. Πάντως, στη Σουηδία το κοινό τέκνο δεν μπορεί να απαιτήσει τη νόμιμη μοίρα από τον επιζώντα γονέα, παρά μόνο μετά το θάνατο του τελευταίου. Γενικά οι διατάξεις αυτές βρίσκονται σε απόλυτη αντιστοιχία με το ισχύον σύστημα της εξ αδιαθέτου διαδοχής.

Οι ρυθμίσεις του αγγλοσαξονικού δικαίου

Τα δίκαια της Αγγλίας και των Η.Π.Α. κατοχυρώνουν κατ’ εξοχήν την ελευθερία διάθεσης ως υπέρτερη αρχή, η οποία δεν περιορίζεται μέσω ενός αναγκαστικού κληρονομικού δικαίου ή ρυθμίσεων νόμιμης μοίρας. Μάλιστα, στην Αγγλία από τον 14ο αιώνα μέχρι την ψήφιση του Νόμου περί Κληρονομιών το 1938 (Inheritance Act – Family Provision), όπου περιελήφθησαν ορισμένες προβλέψεις για την οικογένεια, η ελευθερία αυτή ήταν εντελώς απόλυτη. «Οι άνθρωποι ήταν ελεύθεροι, αν επιθυμούσαν κάτι τέτοιο, να αδιαφορήσουν πλήρως για την οικογένειά τους» (Philip S. James). Στο σύγχρονο δίκαιο, πάντως, ισχύουν ορισμένοι περιορισμοί διατροφικού κυρίως χαρακτήρα υπέρ συγκεκριμένων προσώπων και ύστερα από τη μεσολάβηση του δικαστηρίου. Στη βιβλιογραφία καταγράφεται με έμφαση η διαφορετική δικαιική παράδοση και ιστορική εξέλιξη των χωρών αυτών. Ο Βουζίκας π.χ. σημειώνει: «η μεν υπό του αγγλικού δικαίου άγνοια του θεσμού της αναγκαστικής διαδοχής οφείλεται σε ιστορικούς λόγους, ιδίως δε εις την ένεκα αποικιακής επεκτάσεως διασποράν των καθ’ έκαστον οικογενειών. Εις δε τας Ηνωμένας Πολιτείας οι οικογενειακοί δεσμοί είναι εκ των πλέον χαλαρωτέρων, ώστε να μην αποτελούν παράδειγμα προς μίμησιν.» Από την άλλη πλευρά, τονίζεται ότι στην Αγγλία η εκ διαθήκης διαδοχή επικρατεί και της εξ αδιαθέτου διαδοχής: «in England die testamentarische Erbfolge eidendig über die gesetzliche Erbfolge dominiert. Holdworth schreibt in seiner Geschichte des englischen Rechts: At one time to die intestate other than in cases of sudden death was regarded with horror, because it was practically tantamount of dying unconfessed.» (Dieter Henrich)
Συγκεκριμένα, στην Αγγλία το ισχύον δίκαιο διαμορφώθηκε με το Νόμο του 1975 που εμπεριέχει προβλέψεις για την οικογένεια και εξαρτώμενα πρόσωπα (Provision for Family and Dependance). Έτσι, το Δικαστήριο σε περίπτωση μη επαρκούς οικονομικής πρόβλεψης (reasonable financial provision) για ορισμένα περιοριστικά αναφερόμενα στο νόμο πρόσωπα, τόσο κατά την εκ διαθήκης όσο και κατά την εξ αδιαθέτου διαδοχή, επιλαμβάνεται του θέματος ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου. Η προθεσμία για την υποβολή της αίτησης είναι έξι μήνες, ή και περισσότερο ύστερα από σχετική δικαστική άδεια, από το χρόνο που το Δικαστήριο χορήγησε τα νομιμοποιητικά έγγραφα του προσωπικού αντιπροσώπου (personal representative). Ο τελευταίος μόνο μετά την πάροδο του εξαμήνου είναι απόλυτα ελεύθερος και χωρίς καμία ευθύνη για τη διανομή της περιουσίας. Δικαίωμα υποβολής αίτησης έχουν τα εξής πρόσωπα: α) ο επιζών σύζυγος, β) ο εν διαστάσει επιζών σύζυγος κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, γ) ο πρώην ανύπαντρος σύζυγος, δ) πρόσωπο που κατά τα δύο τελευταία χρόνια πριν το θάνατο του κληρονομουμένου ζούσε μαζί του υπό την ίδια οικογενειακή στέγη ως σύζυγος, ε) τέκνο του αποθανόντος, στ) πρόσωπο που ο διαθέτης είχε μεταχειριστεί κάποτε ως τέκνο της οικογένειας κατά τη διάρκεια προγενέστερου γάμου του, ζ) πρόσωπο που αμέσως πριν το θάνατο του διαθέτη συντηρείτο από αυτόν. Το Δικαστήριο μπορεί με διακριτική ευχέρεια να διατάξει τα εξής, ενδεικτικά αναφερόμενα, μέτρα: i) περιοδικές πληρωμές, ii) εφάπαξ πληρωμή, iii) μεταβίβαση στον αιτούντα περιουσίας του θανόντος, iv) περιουσιακές διευθετήσεις με τον κληρονόμο, v) κτήση περιουσίας προς περαιτέρω μεταβίβαση, vi) μεταβολές σε γαμικές περιουσιακές συμφωνίες. Ως κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη κατά το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης αναφέρονται η οικονομική θέση του αιτούντα σε συνδυασμό και με τη θέση άλλων αιτούντων ή των εκ διαθήκης κληρονόμων, το μέγεθος και τη φύση της περιουσίας, η συμπεριφορά του αιτούντος προς τον αποθανόντα, η ηλικία του αιτούντος ή η διάρκεια του γάμου. Ως προς τον επιζώντα σύζυγο καταγράφεται ότι σκοπός της πρόβλεψης δεν είναι μόνο η συντήρησή του, όπως στις λοιπές περιπτώσεις, αλλά η διατήρηση ενός ανάλογου με το γάμο βιοτικού επιπέδου (the surviving spouse standard), αντιστοίχως με ό,τι θα συνέβαινε και σε περίπτωση διαζυγίου. Βέβαια, ακόμη και αυτή η έννοια της συντήρησης είναι σχετική· δεν αποβλέπει ούτε στην ευημερία του αιτούντος ούτε όμως μόνο και στη διατροφή του («it will not normally mean such provision as to keep the dependant in affluence, but, on the other hand, as a learned judge has said, it cannot mean only mere sunbsistance», Philip S. James).
Από την άλλη πλευρά, αναφερόμενος κανείς στα δίκαια των Η.Π.Α. δεν μπορεί να παρουσιάσει μια σαφή και ολοκληρωμένη εικόνα, καθώς στις διάφορες πολιτείες ισχύουν συχνά εντελώς διαφορετικές ρυθμίσεις. Σε ορισμένες πολιτείες, για παράδειγμα, αναγνωρίζεται δικαίωμα νόμιμης μοίρας «κατά το ρωμαϊκό πρότυπο», όπως στη Φλώριδα, το Αϊνταχο και τη Λουϊζιάνα, ενώ στην πολιτεία Μαίην ακολουθείται κατά βάση το αγγλικό πρότυπο. Γενικότερα, θεσπίζονται περιορισμοί χάριν του επιζώντος συζύγου (σε ορισμένες πολιτείες ακόμη και με τη μορφή μεριδίου από την πραγματική και προσωπική περιουσία του αποθανόντος: a share in both real and personal Forced Share of the Surviving Spouse), καθώς και περιορισμοί κατά τη διάθεση υπέρ φιλανθρωπικών σκοπών. Στον Uniform Probate Code εντοπίζονται ρυθμίσεις για την οικογενειακή στέγη και τον εξοπλισμό, σχετικά με τις γαμικές περιουσιακές συμφωνίες, για την απονομή δικαιώματος συνταξιοδότησης, για τα θέματα των trust κ.α. Τέλος, σε ό,τι αφορά την προστασία των τέκνων, παραμερίζονται συνήθως οι διαθήκες που αποκλείουν τα τέκνα και προσβάλλονται για λόγους δόλου, ανικανότητας προς σύνταξη διαθήκης, ασθένειας κ.λπ., ενώ όλες σχεδόν οι αμερικανικές νομοθεσίες διαποτίζονται από ένα τεκμήριο, σύμφωνα με το οποίο ο γονέας δεν αποβλέπει συνήθως με τη διαθήκη του στην αποκλήρωση των τέκνων. Έτσι, κατά την παράλειψη οποιασδήποτε αναφοράς στο πρόσωπό τους, έχουν δικαίωμα υπό προϋποθέσεις εξ αδιαθέτου διαδοχής, αλλά ή παραμικρή μνεία στη διαθήκη εξαφανίζει το παραπάνω δικαίωμα, στοιχείο που παραπέμπει άμεσα στο ρωμαϊκό σύστημα.

Βιβλιογραφία

  1. Βουζίκας, Κληρονομικό Δίκαιο, 1972

  2. Δαγτόγλου, Συνταγματικό Δίκαιο, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, 1998

  3. Δαγτόγλου, Γνωμοδοτήσεις, 1999

  4. Δασκαρόλης, Παραδόσεις Οικογενειακού Δικαίου, 1992

  5. Ιατρού, Η κληρονομική διαδοχή κατά τα ισχύοντα σε Η.Π.Α., 1979

  6. Ιατρού, Η κληρονομική διαδοχή κατά τα ισχύοντα σε Αγγλία

  7. Κατρούγκαλος, Το κοινωνικό κράτος της μεταβιομηχανικής εποχής

  8. Κουμάντος, Παραδόσεις Οικογενειακού Δικαίου, 1977

  9. Κουνουγέρη – Μανωλεδάκη, Οικογενειακό Δίκαιο, 2003

  10. Λιτζερόπουλος, Κληρονομικό Δίκαιο, 1957

  11. Μάνεση – Παπαντωνίου – Τσάτσου – Παπαδημητρίου – Παπαχρίστου, Γνωμοδότηση σχετικά με τη συνατγματικότητα του άρθρου 21 του ν. 17τ38/1987

  12. Μάνεσης, Οι κύριες συνιστώσες του συστήματος θεμελιωδών δικαιωμάτων του Συντάμγατος του 1975, ΝοΒ 1986

  13. Μανιτάκης, Η πολιτική φύση και ο πολιτικός χαρακτήρας του Συντάγματος, ΤοΣ ΙΑ, σελ. 491

  14. Παπαγιάννης, Ο ευρωπαϊκός χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης

  15. Παπαντωνίου, Κληρονομικό Δίκαιο, 1999

  16. Σπυριδάκης, Κληρονομικό Δίκαιο, 2000

  17. Σπυριδάκης, Η αναγκαστική κληρονομική διαδοχή, 1999

  18. Σταθόπουλος, σε ΕρμΑΚ Γεωργιάδη – Σταθόπουλος, εισαγωγικές παρατηρήσεις στα άρθρα 1825-1845

  19. Τροβά, «Νομοθετική Κηδεμονία της ελευθερίας της βουλήσεως και Αναγκαστική διαδοχή», ΕΕΝ 1994, σελ. 223 επ.

  20. Φίλιος, Κληρονομικό Δίκαιο, Γενικό και Ειδικό μέρος, 1998

  21. Χρυσόγονος, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, 2002

  22. Alain Verbeke - Yves-Henri Leleu, Towards a European Civil Code: Harmonization of the Law of Succession in Europe

  23. Lange – Kuchinke, Lehrbuch des Erbrechts, 4. Auflage, 1995

  24. Soergel, BGB Kommentar, 9. Band, Erbrecht 12. Auflage

  25. Dieter Martiny - Normann Witzleb, Auf dem Wege zu einem Europäischen Zivilgesetzbuch

  26. Philip S. James, Introduction to English Law







«Συμβάσεις συναπτόμεναι εν τη αλλοδαπή δι’ ιδιωτικού ή συμβολαιογραφικού εγγράφου μεταξύ προσώπων μελλόντων να έλθουν εις γάμον, εκ των οποίων ο εις τυγχάνει ελληνικής ιθαγενείας, ο έτερος δε αλλοδαπός, κατοίκων αμφοτέρων αλλοδαπής κατά τον χρόνο της συνάψεως της συμβάσεως και διά των οποίων ο αλλοδαπός παραιτείται, έναντι ή άνευ ανταλλάγματος, διά τον μετά την τέλεσιν του γάμου χρόνον από του κληρονομικού δικαιώματος αυτού επί της κληρονομίας του ελληνικής ιθαγένειας συζύγου του, εν τω συνόλω της ή από ποσοστού ταύτης ή από του δικαιώματος νομίμου μοίρας, είναι έγκυραι και ισχυραί, εφόσον επηκολούθησεν ο, εν όψει του οποίου συνήφθησαν, γάμος των συμβαλλομένων.
Αι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται υπό τας αυτάς προϋποθέσεις και επί συμβάσεων συναπτομένων μετά την τέλεσιν γάμου των αυτών προσώπων.
Τα εν παρ. 1 και 2 οριζόμενα εφαρμόζονται και επί συμβάσεων συναφθεισών μέχρι της ενάρξεως ισχύος του παρόντος, εφόσον ο κατά τις παραγράφους ταύτας συμβληθείς έλλην υπήκοος τελεί εν ζωή κατά την έναρξιν ισχύος του παρόντος.»


 «Έλληνες υπήκοοι, κάτοικοι εξωτερικού επί εικοσιπέντε τουλάχιστον συνεχόμενα χρόνια πριν από το θάνατό τους, δεν υπόκεινται στους περιορισμούς των περί νομίμου μοίρας και μεριδούχων διατάξεων του ελληνικού νόμου, όσον αφορά την διάθεση αιτία θανάτου της περιουσίας τους που βρίσκεται στο εξωτερικό.
Εφόσον συντρέχει η παραπάνω προϋπόθεση, η μη συμμόρφωση με τις περί νομίμου μοίρας και μεριδούχων διατάξεις δεν επηρεάζει ως προς την περιουσία που βρίσκεται στο εξωτερικό εκ της αιτίας αυτής, το κύρος των διαθηκών ή άλλων αιτία θανάτου πράξεων διαθέσεως.»

«Η απορρύθμιση συνδέεται αναπόσπαστα με τη μείωση της κρατικής κυριαρχίας και την παρακμή των δημόσιων προνοιακών μηχανισμών, στηρίζεται δε σε διπλή αιτιολογική βάση: αφ’ ενός να ξαναβρεί η αγορά το φυσικό ρυθμό της και αφ’ ετέρου στο να αντιμετωπισθεί ο νομικός πληθωρισμός, εν ονόματι της οικονομικής ευελιξίας, της ελαστικότητας και της ανταγωνιστικότητας.»

 Στο αγγλοσαξονικό μοντέλο κράτους πρόνοιας, βασικό κριτήριο για την απονομή των κοινωνικών δικαιωμάτων είναι η ανάγκη και δεν υπάρχει συνταγματική κατοχύρωσή τους.