Παρασκευή 1 Ιουλίου 2011

Αθλητική βία και ηλεκτρονική εποπτεία των αθλητικών εγκαταστάσεων

Μαριέττα Κοτσιφάκη, 
δικηγόρος
ΜΔΕ Δημόσιας Διοίκησης Παντείου Πανεπιστημίου


Το άρθρο 41 Ε’ του Ν. 2725/1999, όπως προστέθηκε με το άρθρο 6 του Ν. 3057/2002 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του Ν. 3262/2004[1], με το άρθρο. 1 του ν. 3372/2005 και με το άρθρο 8 του ν. 3708/2008 ορίζει στην παρ. 1 ότι θεσπίζεται το μέτρο της ηλεκτρονικής εποπτείας των αθλητικών εγκαταστάσεων που προορίζονται για τη διεξαγωγή αγώνων ποδοσφαίρου καλαθοσφαίρισης ή πετοσφαίρισης της ανώτατης κατηγορίας εθνικού πρωταθλήματος. Με το άρθρο 8 του ν. 3708/2008 επεκτάθηκε το πεδίο εφαρμογής της παρ. 1 του άρθρου 41Ε΄  του ν. 2725/1999 και σε εγκαταστάσεις που προορίζονται για την διεξαγωγή διεθνών αγώνων ποδοσφαίρου, καλαθοσφαίρισης και πετοσφαίρισης.
Με την § 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι αποκλειστικός σκοπός  της λειτουργίας των ηλεκτρονικών συστημάτων είναι η αντιμετώπιση της βίας και αξιόποινων εν γένει πράξεων με αφορμή αθλητικές συναντήσεις και ότι απαγορεύεται η χρήση των συστημάτων και των δεδομένων που παράγουν για οποιονδήποτε άλλο λόγο. Η παρ. 3 ορίζει ότι υπεύθυνος επεξεργασίας και φύλαξης των δεδομένων που παράγουν τα ανωτέρω συστήματα ηλεκτρονικής εποπτείας είναι η Ελληνική Αστυνομία. Τα δεδομένα που προκύπτουν από τη λειτουργία των ηλεκτρονικών συστημάτων εποπτείας, όπως ορίζεται στην παρ. 4, γνωστοποιούνται από την Ελληνική Αστυνομία στη Δ.Ε.Α.Β., το οικείο πειθαρχικό όργανο και κατά περίπτωση στις αρμόδιες ανακριτικές και δικαστικές αρχές. Οι ιδιοκτήτες των αθλητικών εγκαταστάσεων βαρύνονται με την ευθύνη και τις δαπάνες για την τοποθέτηση και συντήρηση των ηλεκτρονικών συστημάτων.  Είναι δυνατόν η παραπάνω τοποθέτηση να γίνει με μέριμνα της Γ. Γρ. Αθλητισμού και εις χρέωσιν των υπόχρεων (§5). Η παρ. 6 παρέχει νομοθετική εξουσιοδότηση από κοινού στους Υπουργούς Δικαιοσύνης, Πολιτισμού και Δημόσιας Τάξης να καθορίσουν:
α) τις αναγκαίες λεπτομέρειες που αφορούν κυρίως την κατά προορισμό λειτουργία των ηλεκτρονικών συστημάτων εποπτείας, τα σχετικά με τις τεχνικές τους προδιαγραφές, τον τρόπο χρήσης τους, το χρόνο και τον τρόπο καταστροφής των δεδομένων που αυτά παράγουν, καθώς και τα πρόσωπα και τους φορείς που έχουν δικαίωμα πρόσβασης στα δεδομένα.
β) Την ημερομηνία μετά την πάροδο της οποίας απαγορεύεται η διεξαγωγή αθλητικής συνάντησης σε αθλητική εγκατάσταση που δεν διαθέτει ηλεκτρονικό σύστημα εποπτείας.
γ) Την επέκταση της υποχρέωσης διεξαγωγής αγώνων σε αθλητικές εγκαταστάσεις που εποπτεύονται ηλεκτρονικά και σε άλλες κατηγορίες πρωταθλημάτων ή άλλων διοργανώσεων ποδοσφαίρου, καλαθοσφαίρισης ή πετοσφαίρισης, ή σε πρωταθλήματα ή άλλες διοργανώσεις άλλων ομαδικών αθλημάτων.
Γενεσιουργός αιτία θέσπισης της ηλεκτρονικής εποπτείας των αθλητικών εγκαταστάσεων ήταν το φαινόμενο της αθλητικής βίας που και αυτό με τη σειρά του έχει ως κύρια αιτία την προϊούσα εμπέδωση του επαγγελματικού εις βάρος του ερασιτεχνικού μη κερδοσκοπικού αθλητισμού ανεξαρτήτως της νομικής μορφής που κατά καιρούς έχει λάβει[2]. Η επαγγελματοποίηση κυρίως του ποδοσφαίρου μετέτρεψε τους απλούς φιλάθλους – οπαδούς της ομάδας από συμμετόχους στο αθλητικό γίγνεσθαι σε απλούς θεατές-τρίτους, με συνέπεια οι πιο ευαίσθητοι κοινωνικά και ψυχολογικά, θεωρώντας ότι εκτοπίζονται από το «ζωτικό» τους χώρο, να αντιδρούν με βίαιο τρόπο τόσο έναντι του αθλητικού κόσμου όσο και έναντι της κοινωνίας. Ως πρόσωπο που προέβη στην αντικοινωνική συμπεριφορά θεωρείται η ομάδα στην οποία συμμετέχει το άτομο. Τούτο δε διότι στο έγκλημα της βίας στους αθλητικούς χώρους δεν υπάρχει δυαδική αλλά τριαδική σχέση και συγκεκριμένα η σχέση του ατόμου, του ατόμου – ομάδας και της κοινωνίας όπου εκδηλώνεται η αντικοινωνική συμπεριφορά η οποία φθάνει και σε ακραίες εκδηλώσεις[3].
Το μέτρο της ηλεκτρονικής εποπτείας των αθλητικών εγκαταστάσεων εντάσσεται στις γενικότερες νομοθετικές ρυθμίσεις που θεσπίζονται με σκοπό να αντιμετωπισθεί το οργανωμένο έγκλημα και η τρομοκρατία:
Εν συντομία το πνεύμα που διακατέχει τις νομοθετικές αυτές διατάξεις, είναι καταρχήν η επιβολή του καθεστώτος του υπόπτου. Η διάταξη του άρθρου 4 του ν. 3708/2008 διαπνέεται από αυτή τη λογική, δεδομένου ότι θεωρεί ότι ο θεατής μιας αθλητικής οργάνωσης είναι εκ προοιμίου ύποπτος τέλεσης αδικημάτων και ως εκ τούτου τον υποβάλλει σε έλεγχο πριν την είσοδό του στον αθλητικό χώρο, καθιερώνοντας το γενικό προληπτικό έλεγχο και προσβάλλοντας την προσωπικότητά του. Την ίδια στιγμή οι πραγματικοί ένοχοι μπορούν να δρουν ανεξέλεγκτα εκτός του αθλητικού χώρου.
Το καθεστώς του υπόπτου συνεπάγεται την καταγραφή των υπόπτων. Σε αυτή την κατεύθυνση κινείται το άρθρο 7 του ν. 3708/2008 στο οποίο προβλέπεται η δημιουργία Μητρώου καταγραφής των στοιχείων προσώπων στα οποία επιβάλλονται πειθαρχικές ή ποινικές κυρώσεις για αντιαθλητική συμπεριφορά με αφορμή αθλητικές εκδηλώσεις. Φορέας μάλιστα του δικαιώματος τήρησης αρχείου είναι η διοργανώτρια αρχή και όχι κρατική αρχή.
Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωση, το άρθρο 14 της Σύμβασης του Proum ορίζει ότι «1. Για να προλαμβάνονται οι ποινικές παραβάσεις και να διατηρείται η δημόσια τάξη, και η ασφάλεια κατά τη διάρκεια μεγάλης κλίμακας διαδηλώσεων, με διασυνοριακή διάσταση, κυρίως στον αθλητικό τομέα… τα Συμβαλλόμενα μέρη μεταβιβάζουν μεταξύ τους δεδομένα σχετικά με πρόσωπα τόσο μετά από αίτηση καθώς και με δική τους πρωτοβουλία, όταν υπάρχουν οριστικές καταδίκες ή άλλες πράξεις που δικαιολογούν την υποψία ότι αυτά τα πρόσωπα πρόκειται να διαπράξουν ποινικές παραβάσεις στα πλαίσια αυτών των γεγονότων ή ότι παρουσιάζουν κίνδυνο για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια, στο μέτρο που η μεταβίβαση αυτών των δεδομένων επιτρέπεται από το εθνικό δίκαιο του συμβαλλόμενου Μέρους που μεταβιβάζει τα δεδομένα. 2. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα δεν μπορούν να τύχουν επεξεργασίας, παρά μόνο για τους λόγους που προβλέπονται στην παράγραφο 1 και για το γεγονός που περιγράφεται ακριβώς και για το οποίο ανακοινώθηκαν»[4].
Ρητά προβλέπεται δηλαδή ότι μόνο και μόνο η απλή υποψία διάπραξης ποινικών παραβάσεων η αόριστα η υποψία θέσεως σε κίνδυνο της δημόσιας τάξης και ασφάλειας επιτρέπει τη μεταβίβαση δεδομένων. Βέβαια θα μπορούσε να ισχυρισθεί κάποιος ότι η μεταβίβαση των προσωπικών δεδομένων δεν αφορά πρόσωπα με «καθαρό και άμεπτο παρελθόν», ωστόσο, όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι τα άτομα αυτά δεν θα πρέπει να απαγγιστρωθούν κάποτε από το «στίγμα» τους και ότι θα πρέπει ες αεί να θεωρούνται εν δυνάμει ύποπτοι τέλεσης αξιόποινων πράξεων. Εξ άλλου η διάταξη δεν αρκείται στις «οριστικές καταδίκες» αλλά επεκτείνει την εφαρμογή της και «σε άλλες πράξεις που δικαιολογούν την υποψία κινδύνου της δημόσιας τάξεως και ασφάλειας». Αναμφισβήτητα η διάταξη αυτή επιδεχόμενη ποικίλες ερμηνείες οπλίζει με υπέρμετρη εξουσία δράσης τα Συμβαλλόμενα Μέρη.
Τέλος, στα πλαίσια πρόληψης τέλεσης αξιόποινων πράξεων στις αθλητικές εγκαταστάσεις, εξουσίες που ανήκουν στο σκληρό πυρήνα του Κράτους όπως οι αστυνομικές εξουσίες, παρέχονται σε ιδιωτικούς φορείς. Συγκεκριμένα, το άρθρο 4 του ν. 3708/08 για την καταπολέμηση της βίας στα γήπεδα προβλέπει ότι επιτρέπεται σωματική έρευνα από το προσωπικό ασφάλειας του γηπέδου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση σημειωτέον όχι το γεγονός ότι ο σωματικός έλεγχος του φιλάθλου από το προσωπικό ασφαλείας πραγματοποιείται μετά από τη συναίνεσή του, αλλά το γεγονός ότι καθήκοντα και εξουσίες που αφορούν στην ασφάλεια, και παρέχονται κατ’ εξοχήν από το κράτος, παραχωρούνται σε προσωπικό ασφαλείας που έχει μάλιστα δικαίωμα οπλοφορίας βάσει του άρθρου 5 του ίδιου νόμου, με ό,τι κινδύνους αυτό συνεπάγεται.
Μετά τη σύντομη αλλά κατά τη γνώμη μας απαραίτητη αναφορά της λογικής που διαπνέει τις νομοθετικές διατάξεις αναφορικά με τα μέτρα αντιμετώπισης του φαινομένου της αθλητικής βίας, εξεταστέο αν το μέτρο της ηλεκτρονικής εποπτείας των αθλητικών εγκαταστάσεων βρίσκεται σε αρμό με το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ.
Η ηλεκτρονική εποπτεία των φιλάθλων προσκρούει καταρχήν στο δικαίωμα πληροφοριακού αυτοκαθαρισμού που προβλέπεται από το άρθρο 9Α του Συντάγματος, άλλως στην προστασία των προσωπικών δεδομένων[5]. Η επεξεργασία δεδομένων ήχου και εικόνας, εφόσον αυτά αναφέρονται σε πρόσωπα, συνιστά επεξεργασία προσωπικών δεδομένων σύμφωνα με την οδηγία 1122/2000 της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και τη γνωμοδότηση 4/2004 της Ομάδας Προστασίας των προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, που έχει συσταθεί βάσει του άρθρου 29 της Οδηγίας 95/46/ΕΚ. Προσκρούει, δηλαδή η ηλεκτρονική παρακολούθηση των φιλάθλων στην ευχέρεια του καθενός «να μην καθίσταται πληροφοριακό αντικείμενο» αλλά να επιλέγει ποιες πληροφορίες που τον αφορούν θα τύχουν επεξεργασίας ή θα γνωστοποιηθούν περαιτέρω. Το δικαίωμα αυτό δεν πρέπει να εκπίπτει επειδή οι συμπεριφορές που καταγράφονται εκδηλώνονται σε δημόσιο χώρο[6].
Ο εν λόγω νόμος, βέβαια στο άρθρο 41 Ε΄ προβλέπει την προηγούμενη ενημέρωση του φιλάθλου για την εγκατάσταση και λειτουργία των καμερών. Εντούτοις πέραν της ηλεκτρονικής εποπτείας καθεαυτής, ελλοχεύουν κίνδυνοι, διότι, αφενός οι τεχνικές δυνατότητες του κλειστού συστήματος παρακολούθησης παραμένουν άγνωστες για τους φιλάθλους και αφετέρου είναι δυνατή η χρήση των προσωπικών δεδομένων που συλλέγει το σύστημα για δευτερεύοντες σκοπούς παρακολούθησης ανεξάρτητους από τον αρχικό σκοπό[7], παρά τη ρητή απαγόρευση του νόμου, η οποία δεν εξωραΐζει την αντισυνταγματική ρύθμιση.
Εξάλλου η γνώση των φιλάθλων ότι τα προσωπικά τους δεδομένα και οι κινήσεις τους καταγράφονται από μια διοικητική αρχή τους προξενεί ανησυχία για ενδεχόμενες συνέπειες και είναι πιθανόν να τους εξαναγκάσει να παραιτηθούν από την άσκηση θεμελιωδών δικαιωμάτων που τους προστατεύουν[8], τιτρώσκοντας, έτσι, την ποιότητα της δημοκρατίας μας. (Τα ανάλογα διελάμβανε και η απόφαση του γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου για τους συμμετέχοντες σε μια συνάθροιση, διαδήλωση διαμαρτυρία η ομάδα πρωτοβουλίας πολιτών (BVerfGe 65,1/1983)).
Άλλες διατάξεις, στις οποίες προσκρούει το αρ. 41Ε΄ είναι η Σύμβαση 108/1981 του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία των ατόμων από την αυτοματοποιημένη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, το άρθρο 8 (προστασία προσωπικών δεδομένων) του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Οδηγία 95/46/ΕΚ της 24ης Οκτωβρίου 1995 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της Επεξεργασίας Δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και ο σχετικός εκτελεστικός του Συντάγματος νόμος 2472/1997[9].
Επίσης το άρθρο 41Ε΄ προσβάλλει την προσωπικότητα των φιλάθλων (Α 57ΑΚ), το δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής, (άρθρο 9§1 εδ. β΄ Σ), την αξία του ανθρώπου (άρθρο 2Σ) και το δικαίωμα στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και συμμετοχής στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας[10] (άρθρο 5 § 1ε), αντίθετα στις υπαγορεύσεις μιας δημοκρατικής έννομης τάξης. Τούτο, διότι, ακόμα και όταν κινούμαστε στον αθλητικό χώρο που είμαστε ορατοί από τρίτους, μπορεί να μην επιθυμούμε δημόσιες ενέργειές μας, όπως το τι πράττουμε ή το με ποιον συνομιλούμε, ή το τι λέμε, ή το από ποιόν συνοδευόμαστε να γίνεται περαιτέρω γνωστό χωρίς τη θέλησή μας. Τέτοιες πληροφορίες συνδέονται με την κοινωνική μας παρουσία και τη δημόσια εικόνα μας[11], είναι κρίσιμες για τη διαφύλαξη της προσωπικής μας αυτονομίας και πρέπει εμείς να καθορίζουμε ποιες από αυτές θα γίνουν γνωστές, χωρίς την απειλή της «καταγραφής».
Ακόμα και στην απλή λήψη, κατά την ορθότερη, κατά τη γνώμη μας άποψη, πολλώ δε μάλλον στην αποθήκευση, επεξεργασία και αναπαραγωγή εικόνας και ήχου, ελλοχεύουν κίνδυνοι για την ιδιωτική ζωή των φιλάθλων, αφού τα δεδομένα τους είναι δυνατόν κατά τη μεταφορά τους να καταστούν προσβάσιμα σε τρίτους και να υποστούν επεξεργασία για άσχετους με τη λήψη σκοπούς, όπως προαναφέρθηκε. Έτσι η άρνηση του φιλάθλου να καταγράφονται οι κινήσεις του, δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως μια ύποπτη πρόθεσή του να παρανομήσει αλλά με γνώμονα το σεβασμό της προσωπικότητας και της ιδιωτικότητάς του[12].
Επιμέρους έκφανση του δικαιώματος της προσωπικότητας αποτελεί το δικαίωμα ελεύθερης κίνησης των ατόμων, το οποίο κατοχυρώνεται και αυτοτελώς στο άρθρο 2 του τέταρτου Προσθέτου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ. Ο φίλαθλος υποβάλλεται σε ψυχολογική πίεση όταν γνωρίζει ότι η παραμικρή του συμπεριφορά παρακολουθείται λεπτομερώς, με αποτέλεσμα να περιορίζεται και στην κίνησή του.
Αναφορικά με τις επιπτώσεις στην αυτονομία του φιλάθλου και στην ανάπτυξη της προσωπικότητάς του, στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί η «δομική» λειτουργία της ηλεκτρονικής επιτήρησης, κατά την οποία από τον κατασταλτικό έλεγχο που διενεργείται σε περίπτωση πράξεων βίας, μεταβαίνουμε στο στάδιο του προληπτικού ελέγχου που στόχο έχει την πρόληψη παραβατικών συμπεριφορών μέσω του έλεγχου των πηγών κινδύνου[13]. Σύμφωνα με αυτή την θεωρία επιχειρείται να αποτραπεί ο παραβάτης-φίλαθλος ομογενοποιώντας τη συμπεριφορά  των ηλεκτρονικά εποπτευομένων, ως αποτέλεσμα της καταγραφής.
Τέλος οι διατάξεις του άρθρου 41 Ε΄ περιορίζουν το απαραβίαστο του απορρήτου της επικοινωνίας (Άρθρο 19 § 1 του Συντάγματος), στην οποία εμπίπτει και η προφορική συνομιλία μεταξύ των φιλάθλων, δεδομένου ότι τον περιορισμό επιβάλλει η αστυνομία και όχι η δικαστική αρχή και ότι ο περιορισμός επιβάλλεται για την αντιμετώπιση πράξεων βίας και αξιόποινων εν γένει πράξεων με αφορμή αθλητικές συναντήσεις και όχι για τη διακρίβωση ιδιαιτέρως σοβαρών εγκλημάτων, ή λόγω εθνικής ασφάλειας, όπως υπαγορεύουν οι συνταγματικοί σκοποί[14].
Βεβαίως τα ανωτέρω Συνταγματικά δικαιώματα δεν κατοχυρώνονται ανεπιφύλακτα αλλά είναι δεκτικά περιορισμών. Οι περιορισμοί αυτοί, σύμφωνα με τη νομολογία του Συμβουλίου Επικρατείας, πρέπει να ορίζονται γενικά και αντικειμενικά, να δικαιολογούνται από αποχρώντες λόγους δημοσίου συμφέροντος, να τελούν σε πρόδηλη λογική συνάφεια με το σκοπό αυτό, να είναι πρόσφοροι, κατάλληλοι και αναγκαίοι για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού[15], να μη θίγουν τον πυρήνα του δικαιώματος και να μην απονέμουν στη Διοίκηση ευρεία διακριτική ευχέρεια[16].
Με βάση τα κριτήρια αυτά και από το συνδυασμένο ρυθμιστικό πεδίο των αναφερθεισών συνταγματικών διατάξεων σαφώς προκύπτει η παρανομία καθολικής προληπτικής εποπτείας των αθλητικών εγκαταστάσεων. Και τούτο διότι η συνεχής και ολική επιτήρηση των χώρων αυτών συνιστά στέρηση της ελευθερίας ιδιωτικού βίου και της προσωπικής ελευθερίας, εφόσον υπάρχει δυνατότητα ηλεκτρονικής παρακολούθησης μόνιμης και συστηματικής κάθε κίνησης ακόμα και φιλάθλων που δεν επιδεικνύουν παραβατική συμπεριφορά, αλλά απλώς παρακολουθούν τον αγώνα. Συνιστά συνεπώς αντισυνταγματική προσβολή του πυρήνα των σχετικών δικαιωμάτων, σύμφωνα με το άρθρο 25 του Συντάγματος.
Ως προς το κριτήριο δε της αναλογικότητας, το μέτρο της ηλεκτρονικής εποπτείας δεν είναι πρόσφορο κατάλληλο και αναγκαίο για την επίτευξη του στόχου για τον οποίο θεσπίστηκε, δηλαδή για την αντιμετώπιση της βίας και των αξιόποινων εν γένει πράξεων στις αθλητικές εγκαταστάσεις.
Είναι αμφίβολο αν αυτό το μέτρο μπορεί να αντιμετωπίσει το φαινόμενο της αθλητικής βίας ή αν αντίθετα προκαλεί τους φιλάθλους και τους εξαγριώνει, ή, αν μετατοπίζει τη βία για παράδειγμα στους δρόμους. Στην Αγγλία, πάντως, με το πιο εκτεταμένο παρόμοιο σύστημα παρακολούθησης δεν μειώθηκε η εγκληματικότητα, όπως προκύπτει από έκθεση του Υπουργείου Εσωτερικών της συγκεκριμένης χώρας, αλλά και στις περιοχές που μειώθηκε δεν είναι βέβαιο ότι αυτό οφειλόταν στο σύστημα αυτό.
Η αρχή της αναλογικότητας συμπληρώνεται και από την αρχή της φειδούς[17] σύμφωνα με την οποία ο επιδιωκόμενος σκοπός πρέπει να επιτυγχάνεται με τα απολύτως αναγκαία μέσα. Όμως ο επιδιωκόμενος σκοπός μπορεί να επιτευχθεί με μια σειρά άλλων μέτρων, όπως για παράδειγμα είναι η ποινική εκδίκαση των πράξεων βίας κατά την αυτόφωρη διαδικασία, και η απαγόρευση μετατροπής των ποινών φυλακίσεως σε χρηματικές (άρθρο 6 Ν. 3262/2004), η ενίσχυση του αυστηρού χαρακτήρα των πειθαρχικών ποινών στους παραβάτες (άρθρο 7 ιδίου νόμου), κ.λ.π.
Ως προς το κριτήριο τέλος του δημοσίου συμφέροντος, με άλλα λόγια της ασφαλείας, ενώ κανείς δεν αμφισβητεί την αναγκαιότητα ενίσχυσή της, δεν μπορούμε να ανάγουμε την ασφάλεια σε ένα «υπερθεμελιώδες» δικαίωμα[18] μπροστά στο οποίο τα υπόλοιπα Συνταγματικά δικαιώματα συρρικνώνονται ή ουσιαστικά εκμηδενίζονται, διότι τότε θα ανατρέπονταν εκ θεμελίων η ισοτιμία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ο κανόνας της πρακτικής εναρμόνισής τους σε περίπτωση σύγκρουσης.
Από πλευράς διαδικασίας η παροχή νομοθετικής εξουσιοδότησης στην κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση προς ρύθμιση των σχετικών με την κατά προορισμό λειτουργία των συστημάτων εποπτείας, των σχετικών με τις τεχνικές προδιαγραφές τους, τον τρόπο χρήσης τους, τον χρόνο και τον τρόπο καταστροφής των δεδομένων κ.λπ., αντιβαίνει στο άρθρο 72 του Συντάγματος, αφού τα θέματα αυτά αφορούν στην άσκηση και τον περιορισμό των συνταγματαρχικών δικαιωμάτων και συνεπώς έπρεπε να προβλέπονται από τυπικό νόμο.
Ο νόμος με τον οποίο περιορίζονται Συνταγματικά δικαιώματα θα πρέπει να είναι σύμφωνος όχι μόνο με το Σύνταγμα αλλά και με υπερνομοθετικής ισχύος κανόνες, βάσει του άρθρου 28§1Σ, όπως η ΕΣΔΑ. Για να κριθεί επομένως εάν η εν λόγω διάταξη είναι σύμφωνη με το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ θα πρέπει να εξετασθεί πρώτον εάν η λειτουργία συστημάτων καταγραφής εικόνα και ήχου συνιστούν επέμβαση στην ιδιωτική ζωή προσώπων και σε περίπτωση που η απάντηση είναι θετική, εάν η εν λόγω διάταξη διαπνέεται από τα χαρακτηριστικά που η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δέχεται ότι νομιμοποιούν την επέμβαση στην ιδιωτική ζωή ενός προσώπου[19]. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου ο όρος ιδιωτική ζωή περιλαμβάνει (ενδεικτικά) τη σεξουαλική ζωή του ατόμου, το όνομά του, το δικαίωμα στην ταυτότητα, και την ανάπτυξη της προσωπικότητάς του, όπως επίσης και το δικαίωμα του να συνάπτει και να αναπτύσσει σχέσεις με άλλους ανθρώπους κ.τ.λ. Η διασύνδεση δηλαδή του ατόμου με τις ζωές των άλλων εμπίπτει στην έννοια της ιδιωτικής ζωής, ακόμα και όταν εκδηλώνεται σε δημόσιο χώρο. Όσον αφορά στην ηλεκτρονική επιτήρηση σε δημόσιο χώρο το ΕΔΔΑ έχει κρίνει ότι η ηλεκτρονική παρακολούθηση χωρίς «καταγραφή» δεν περιορίζει την ιδιωτική ζωή διότι έχει τα χαρακτηριστικά της οπτικής, απλώς, παρακολούθησης που γίνεται χωρίς τη χρήση τεχνικών μέσων, ενώ στη μόνιμη και συστηματική καταγραφή αναφύονται ζητήματα προσβολής της ιδιωτικής ζωής. Συνεπώς η καταγραφή εικόνας και ήχου στις αθλητικές εγκαταστάσεις συνιστά επέμβαση στην ιδιωτική ζωή των φιλάθλων και η διάταξη του 41  Ε΄ του Ν. 2725/99 που την προβλέπει θα πρέπει να έχει τα ειδικά εκείνα χαρακτηριστικά που παγίως δέχεται η νομολογία του ΕΔΔΑ προκειμένου να μην παραβιάζεται στο άρθρο 8§2 της ΕΣΔΑ. Τα χαρακτηριστικά αυτά είναι η προσβασιμότητα του νόμου (accessibility) και προβλεψιμότητα των συνεπειών των (foreseeability). Εν προκειμένω η πρώτη προϋπόθεση συντρέχει, εφόσον ο νόμος έχει νόμιμα δημοσιευθεί στο Φύλλο Εφημερίδας της Κυβέρνησης όπως επίσης και η δεύτερη αφού ο κάθε φίλαθλος μπορεί να προβλέψει, στην ανάγκη και με την κατάλληλη συμβουλή, τις συνέπειες του σχετικού κανόνα και να προσαρμόσει ανάλογα τη συμπεριφορά του.
Περαιτέρω οι εγγυήσεις που προβλέπονται κατά των καταχρήσεων, δηλαδή η προηγούμενη ενημέρωση των φιλάθλων για το σύστημα ηλεκτρονικής εποπτείας και η απαγόρευση χρήσης των μέσων εποπτείας και των δεδομένων που αυτά παράγουν για οποιοδήποτε άλλο λόγο, πέραν αυτού που προβλέπεται στην δεύτερη παράγραφο δεν είναι αρκετές σύμφωνα και με όσα ανωτέρω αναπτύχθηκαν να εκμηδενίσουν ή έστω να ελαχιστοποιήσουν τις αρνητικές συνέπειες που έχουν τα μέσα παρακολούθησης στα ατομικά δικαιώματα.
Σε ένα τρίτο στάδιο το ΕΔΔΑ εξετάζει εάν τα μέτρα παρακολούθησης είναι αυθαίρετα, ώστε να μην αντιτίθενται στο κράτος Δικαίου και να είναι «αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία»[20], αν δηλαδή είναι σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας. Προκειμένου το ΕΔΔΑ να καταλήξει σε αυτό το συμπέρασμα προβαίνει σε μια στάθμιση της σοβαρότητας του σκοπού της ρύθμισης με το ποσοστό της επέμβασης στα ατομικά δικαιώματα που περιορίζονται με τα λαμβανόμενα μέτρα ενόψει της επίτευξης ενός συγκεκριμένου σκοπού. Ως κριτήρια το δικαστήριο χρησιμοποιεί τη σοβαρότητα των πράξεων, που επιδιώκεται να προληφθούν με τα μέτρα παρακολούθησης και την πιθανότητα διάπραξης τέτοιων πράξεων σε συνδυασμό βέβαια με την πρόβλεψη κατάλληλων ρυθμίσεων ώστε να αποφευχθεί η κατάχρηση των συγκεκριμένων μέτρων.
Από την απλή και μόνο παράθεση των κριτηρίων αποδεικνύεται ξεκάθαρα ότι το μέτρο της ηλεκτρονικής εποπτείας των φιλάθλων δεν εναρμονίζεται με το νομολογιακό αυτό κεκτημένο.
Συμπερασματικά θα λέγαμε ότι το μέτρο της ηλεκτρονικής εποπτείας των αθλητικών εγκαταστάσεων, που, προληπτικά και συστηματικά, παρακολουθεί τους  αθλητικούς χώρους αντίκειται στο Σύνταγμα και στην ΕΣΔΑ. Δεν αποδεικνύεται ότι το μέτρο αυτού είναι το απολύτως πρόσφορο και αναγκαίο για την αντιμετώπιση αξιόποινων πράξεων με αφορμή αθλητικές συναντήσεις και δεν έχει τεκμηριωθεί κατά πόσο ο συγκεκριμένος στόχος δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί με ηπιότερα μέτρα εξίσου αποτελεσματικά. Δεν έχει δοθεί, επίσης, απάντηση στο ερώτημα για ποιο λόγο απαιτείται να υπονομεύεται η ελευθερία και επικοινωνία που οι άνθρωποι αναζητούν στους αθλητικούς χώρους και να περιστέλλονται συνταγματικά δικαιώματα φιλάθλων που δεν εμπλέκονται σε επεισόδια, χάριν ενός γενικού σκοπού αντιμετώπισης αξιόποινων πράξεων στους χώρους αυτούς.
Όπως πολύ εύστοχα παρατήρησε ο Στ. Ματθίας, Επίτιμος Πρόεδρος του Αρείου Πάγου, με την αντίθετη συλλογιστική η προστασία των προσωπικών δεδομένων δεν θα είχε κανένα πεδίο εφαρμογής διότι σε κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα είναι δυνατόν να εμφιλοχωρήσουν αξιόποινες πράξεις.
Πρέπει οι αρμόδιοι φορείς να επιδιώξουν την αντιμετώπιση της βίας στους αθλητικούς χώρους με άλλα μέτρα που θα αναβαθμίζουν την ασφάλεια χωρίς δυσανάλογη προσβολή των Συνταγματικών δικαιωμάτων των οποίων η προστατευτική εμβέλεια δεν πρέπει να μειώνεται αλλά αντίθετα να βελτιώνεται. Μια θετική πολιτική απέναντι στους φιλάθλους μέσω κοινωνικών προγραμμάτων και κοινωνικής πρόνοιας θα μπορούσε να αποτελέσει ένα τρόπο αντιμετώπισης της βίας. Κάθε προσπάθεια πάταξης της βίας με μέτρα όπως η συστηματική ηλεκτρονική παρακολούθηση μπορεί να καταπιέσει την επιθετικότητα των φιλάθλων και να μετατοπίσει τη βία σε άλλους χώρους[21]. Ο κ. Κουράκης υποστηρίζει ότι το πρόβλημα της βίας στα αθλητικά γήπεδα ίσως έχει μια καλύτερη εξέλιξη, εάν οι διοικήσεις των Ποδοσφαιρικών Εταιρειών δεν ασκούσαν επιχειρηματική δραστηριότητα, αποσυνδέονταν από την πολιτική και τη διοίκησή τους αναλάμβαναν άτομα με μια γνήσια αγάπη και εκτίμηση για τον αθλητισμό. Θα μπορούσε, τέλος, να καθιερωθεί το μάθημα της «Αθλητικής Παιδείας» στα σχολεία, να εκτονωθεί η ενέργεια των οπαδών σε προγράμματα μαζικής άθλησης και να καταπολεμηθούν από την πολιτεία οι αιτίες που παράγουν τη βία όπως η οικονομική ανέχεια και η εκμετάλλευση.



[1] Παναγιωτοπούλου Δ., Αθλητικός Κώδικας Ι., εκδόσεις Α. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 2005, σελ. 139-140.
[2] Εισηγητική έκθεση Ν. 3708/2008, Γενικό μέρος, ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Δ.Σ.Α.
[3] Παναγιωτοπούλου Δ., Τι προκαλεί την αθλητική βία, www.skai.gr.
[4] Καλτσώνη Δ., «Βία στα γήπεδα, οργανωμένο έγκλημα και τρομοκρατία», Πράξη και Λόγος του Ποινικού Δικαίου, 2008/Έτος 9ο σελ. 786 επ.
[5] Αντίθετη άποψη εκφράζει η κ. Ζ. Παπαϊωάννου σύμφωνα με την οποία η ανθρώπινη αξία είναι το μεγαλύτερο αγαθό και επιβάλλει στην Πολιτεία την υποχρέωση να την προστατεύει πρωταρχικώς έναντι κάθε άλλου αγαθού. Στην έννοια της αξίας του ανθρώπου πρωτεύοντα ρόλο διαδραματίζει το θέμα της ύπαρξης, της ζωής του ανθρώπου, χωρίς την οποία δεν υπάρχει έδαφος εφαρμογής και για τις άλλες συνταγματικές διατάξεις, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που κατοχυρώνουν την προστασία των προσωπικών δεδομένων. Κοινώς γνωστός τόπος άλλωστε είναι ότι μια κάμερα σε ετοιμότητα να καταγράψει σοβαρές αξιόποινες πράξεις σε έναν δημόσιο χώρο είναι δυνατόν να αποτρέψει ενδεχομένως και έγκλημα κατά ζωής, οπότε υπό αυτήν την έννοια είναι προδήλως συνταγματικώς ανεκτό – αν όχι επιβεβλημένο – για τη σωτηρία ενός και μόνο ανθρώπου να είναι τοποθετημένη όχι μία αλλά περισσότερες κάμερες (βλ. «ηλεκτρονική επιτήρηση των δημοσίων συναθροίσεων και συγκεντρώσεων από τις αστυνομικές αρχές», Εφημ. Δ.Δ. – 6/2007, σελ. 730).
[6] Μήτρου Λ., Η ρύθμιση του ν. 3625/2007 – εκτός ελέγχου της ανεξάρτητης αρχής η παρακολούθηση στους υπαίθριους χώρους; στα πρακτικά διήμερης επιστημονικής συνάντησης με θέμα ηλεκτρονική παρακολούθηση σε υπαίθριους χώρους, του Ομίλου «Αρ. Μάνεσης», εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2008, σελ. 115.
[7] Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού χαρακτήρα, γνωμοδότηση 2/2010, www.dpa.gr.
[8] Ανθόπουλου Χ., «Το δικαίωμα στη δημόσια ανωνυμία. Προστασία προσωπικών δεδομένων, ελευθερία του συνέρχεσθαι και ηλεκτρονικός έλεγχος των δημοσίων υπαίθριων συναθροίσεων», Εφημ. Δ.Δ. – 6/2007, σελ. 725. Πρβλ. και την πρωτοποριακή απόφαση ασφαλιστικών μέτρων 2765/2005 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών σύμφωνα με την οποία «Η αίσθηση του πολίτη ότι είναι πολύ πιθανό να βρίσκεται υπό παρακολούθηση σίγουρα επηρεάζει τη συμπεριφορά του κατά τρόπο αντιτιθέμενο σε βασικές αξιολογήσεις μιας δημοκρατικής εννόμου τάξεως».
[9] Αίτηση ασφαλιστικών μέτρων της «Δημοκρατικής συσπείρωσης για τις λαϊκές ελευθερίες και την αλληλεγγύη» κ.λ.π. ενώπιον του Μον.Πρ.Αθ. κατά του Ελληνικού Δημοσίου.
[10] Βλ. Χρυσογόνου Κ., Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, Εκδόσεις Α. Σάκκουλα, 2002.
[11] Μαντζούφα Π., Προστασία Προσωπικών Δεδομένων και δημόσια ασφάλεια. Οι σταθμίσεις της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα στις αποφάσεις για τη χρήση καμερών κλειστού κυκλώματος σε υπαίθριους χώρους, στα πρακτικά, ό.π., σελ. 44.
[12] Μάλλιου Ε., παρατηρήσεις στην Μ.Πρ.Πατρ. 2765/2005, ΔιΜΜΕ 4/2005 – Έτος 2ο, σελ. 588.
[13] Μήτρου Λ., παρατηρήσεις στην Μ.Πρ.Πατρ. 2765/2005, Το Σύνταγμα (ΤοΣ), 1/2006 σελ. 261.
[14] Παπαδόπουλου Ν., «Η ηλεκτρονική εποπτεία των φιλάθλων», Αρμενόπουλος 2005, 8, σελ. 1336.
[15] Βλ. και απόφαση αρ. 56/2008 της ΑΠΔΠΧ.
[16] Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, Γνωμοδότηση 1/2009.
[17] Κατρούγκαλου Γ., «οι κάμερες παρακολούθησης, το λυκόφως των ανεξάρτητων αρχών και η δοκιμασία του Κράτους Δικαίου», Εφημ. Δ.Δ. 6/2007, σελ. 757.
[18] Ανθόπουλου Χ., Κράτος πρόληψης και δικαίωμα στην ασφάλεια, από Ασφάλεια και Δικαιώματα στην Κοινωνία της Διακινδύνευσης, επιμέλεια Χ. Ανθόπουλος / Ξ. Κοντιάδης / Θ. Παπαθεοδώρου, Εκδόσεις Α. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή 2005, σελ. 120.
[19] Για περισσότερα βλ. Σταθάκη Α., «Η στάθμιση του αγαθού της ασφάλειας και του δικαιώματος για σεβασμό της ιδιωτικής ζωής στη νομολογία του ΕΔΔΑ» στα πρακτικά, ό.π., σελ. 11 επ., Μαντακιοζίδη Σ., «Η νέα ρύθμιση του ν. 3625/2007. Ερμηνεία και εφαρμογή από τη σκοπιά του ποινικού δικαίου», στα πρακτικά, ό.π., σελ. 89 επ.
[20] Α.Π.Δ.Π.Χ., Γνωμοδότηση 1/2009, ό.π.
[21] Παναγιωτοπούλου Δ., Αθλητική έννομη τάξη, αρνητικά φαινόμενα στον αθλητισμό και αθλητική δεοντολογία, εκδόσεις Α. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή 2003, σελ. 392.

Κυριακή 15 Μαΐου 2011

Το δικαίωμα αντίστασης κατά το Σύνταγμα ως έσχατο όριο των συνταγματικών συνεπειών της κρίσης χρέους

Το δικαίωμα αντίστασης κατά το Σύνταγμα ως έσχατο όριο των συνταγματικών συνεπειών της κρίσης χρέους

Γρηγόρης Αυδίκος
Δικηγόρος, LLM,
Υπ. Δ.Ν.

Α. Εισαγωγή

Τον 19ο αιώνα ο Ν. Ι. Σαρίπολος έγραφε στην Πραγματεία Συνταγματικού Δικαίου «Όχι, μυριάκις, όχι! Η κυριαρχία του έθνους ουδ’ εκλείπει…ουδ’ Επιμενίδειον κοιμάται ύπνο υπό τα φύλλα του συνταγματικού χάρτου, αλλά τουναντίον παρίσταται αείποτε και γρηγορεί επιβλέπουσα τας αρχάς… φρουρούσα το έργον της, έτοιμη να ανακαλέσει τα παρεκλίοντα εις την ην αφήκαν τάξιν….νομίζομεν δε ότι και την άγρυπνον ταύτην του έθνους φρουρά προκαλεί το 107 του ημέτερου συντάγματος άρθρο, διότι άλλως ουδεμίαν καθ’ημάς ήθελον έχει έννοια αι λέξεις αυτού «η τήρησις του συντάγματος αφιερούται εις τον πατριωτισμό των Ελλήνων.» Σήμερα[1] το άρθρο 120 παρ. 4  περιέχει αυτήν την εγγύηση τήρησης του συντάγματος για την οποία μιλούσε ο Σαρίπολος προβλέποντας ότι «η τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον Πατριωτισμό των Ελλήνων, που δικαιούνται και υποχρεούνται να αντιστέκονται με κάθε μέσο εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με την βία.»
Στόχος της μελέτης αυτής είναι να ερευνήσει αν και κατά πόσο το δικαίωμα αντίστασης, κατά το Σύνταγμα, αποτελεί έσχατο και αποτελεσματικό όριο στις συνταγματικές συνέπειες της κρίσης χρέους, όταν πλέον οι υπόλοιπες προληπτικές και κατασταλτικές εγγυήσεις εφαρμογής του Συντάγματος δεν επαρκούν για την διατήρηση της συνταγματικής νομιμότητας και της κυριαρχίας.

Β. Μικρά προλεγόμενα  για το δικαίωμα αντίστασης

1.Η ιστορική εξέλιξη του δικαιώματος αντίστασης στην Ελληνική Συνταγματική ιστορία
Είναι κοινός τόπος η καταγωγή και η γέννηση της αντίστασης στην πόλη-κράτος, στην οποία το φαινόμενο της τυραννίας αποτέλεσε τον πολιτειακό λόγο γένεσης της αντίστασης[2]. Ωστόσο, στην σύγχρονη εποχή το δικαίωμα αντίστασης ως ρητό δικαίωμα με την μορφή που περιγράφεται σήμερα στο άρθρο 120 παρ. 4 του Συντάγματος δεν υπήρχε στα παλαιότερα Ελληνικά Συντάγματα. Βέβαια, ήδη από τα συντάγματα της επαναστατικής περιόδου υπήρχε ρήτρα για την τήρηση του Συντάγματος. Η ρήτρα αυτή[3] δεν υπάρχει στο Πολίτευμα της Επιδαύρου το 1822. Εμφανίζεται για πρώτη φορά στο ψήφισμα της Δεύτερης Εθνοσυνέλευσης στο Άστρος το 1823[4], το οποίο επαναλαμβάνεται αυτούσιο στο ψήφισμα της Τρίτης Εθνοσυνέλευσης της Τροιζήνας το 1827, το οποίο διακήρυξε ότι «Το αυτό Πολίτευμα, υπό το όνομα «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος αναγνωριζόμενον ως εφεξής αφιερούται εις την πίστην της Βουλής, του Κυβερνήτου και του Δικαστικού, δια να διατηρείται με ακρίβεια. Αφιερούται εις τον πατριωτισμό παντός Έλληνος, δια να ενεργήται καθ’ όλην την έκτασιν.» Στη συνέχεια η ίδια ρήτρα συμπυκνώθηκε σε μία φράση στο Σύνταγμα του 1844 το οποίο στο τελευταίο του άρθρο (αρ. 107) όρισε ότι «η τήρησις του Συντάγματος αφιερούται εις τον Πατριωτισμό των Ελλήνων». Από το Σύνταγμα του 1844 και την διατύπωση αυτή η ρήτρα επαναλαμβάνεται πανομοιότυπα σε όλα τα ελληνικά συντάγματα μέχρι και το Σύνταγμα του 1952, στο οποίο συμπεριλήφθη στο άρθρο 114, που αποτέλεσε σύνθημα των διαδηλωτών και συμβόλιζε τις πολιτικές και κοινωνικές διεκδικήσεις της εποχής. Με το Σύνταγμα του 1975 η ρήτρα αυτή αλλάζει για πρώτη φορά από το Σύνταγμα του 1844 και τα επαναστατικά συντάγματα. Η ρήτρα εντάσσεται[5] στο άρθρο 120 παρ. 4, αντικαθίσταται η λέξη «αφιερούται» με την λέξη «επαφίεται» και προστίθεται η δεύτερη φράση η οποία ορίζει ότι « (οι Έλληνες), δικαιούνται και υποχρεούνται να αντιστέκονται με κάθε μέσο εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με τη βία

2.Η εμφάνιση του δικαιώματος  αντίστασης σε έννομες τάξεις άλλων χωρών

Το δικαίωμα αντίστασης σε έννομες τάξεις άλλων χωρών εμφανίζεται σε πρώιμο στάδιο ήδη από πολύ νωρίς με την Magna Carta to 1215[6].  Η έννοια του δικαιώματος αντίστασης διατρέχει όλο τον ύστερο Μεσαίωνα με αφορμή το φυσικό δίκαιο και διαπλάθεται ως μια πράξη θεμιτή απέναντι στην δεσποτική εξουσία[7], ακολούθως διαλέγεται με τις θεωρίες του Hobbes, του Locke και του Rousseau περί κοινωνικού συμβολαίου[8] έως και την Γαλλική επανάσταση. Οι πιο γνωστές εμφανίσεις του δικαιώματος αντίστασης αυτή την περίοδο είναι στις Διακηρύξεις της Αμερικάνικης και της Γαλλικής Επανάστασης[9].  Στην Γαλλία το δικαίωμα αυτό, ως αντίσταση στην καταπίεση, καθορίζεται από την Διακήρυξη των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη του 1789, στο άρθρο 2, το οποίο αποτελεί και σήμερα ισχύον δίκαιο με βάση το προοίμιο του Συντάγματος του 1958, ως φυσικό και απαράγραπτο δικαίωμα, και έχει ως εξής: «Ο σκοπός κάθε κοινωνίας είναι η διατήρηση των φυσικών και απαράγραπτων δικαιωμάτων του ανθρώπου. Τα δικαιώματα αυτά είναι η ελευθερία, η ιδιοκτησία, η ασφάλεια και η αντίσταση στην καταπίεση.» Στο προοίμιο της Αμερικάνικης Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας του 1776 γίνεται λόγος δύο φορές για το δικαίωμα αντίστασης προβλέποντας ότι «…Όταν οποιοδήποτε πολίτευμα αποβεί καταστρεπτικό για τους σκοπούς του κράτους, ο λαός δικαιούται να το μεταβάλει ή να το καταλύσει και να εγκαθιδρύσει νέο πολίτευμα…και όταν μια σειρά από καταχρήσεις.…τείνει να θέσει το λαό κάτω από απόλυτο δεσποτισμό, είναι δικαίωμα του και καθήκον του να ανατρέψει την κυβέρνηση και να εγκαταστήσει νέους φύλακες...» .
Εκτός από τις περιπτώσεις των ΗΠΑ, της Γαλλίας και της Αγγλίας, το δικαίωμα αντίστασης εμφανίζεται σε διάφορα συντάγματα\κυρίως μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, στο Σύνταγμα της Γερμανίας (Βασικός Νόμος). Στο άρθρο 20 παρ. 4 του Γερμανικού Συντάγματος, το οποίο είναι το πλέον συγγενές με την ρήτρα αντίστασης του Ελληνικού Συντάγματος, προβλέπεται ότι «Όλοι οι Γερμανοί έχουν δικαίωμα αντίστασης εναντίον οποιοιδήποτε επιχειρεί τον παραμερισμό της τάξης αυτής, εφόσον οποιοδήποτε άλλο μέσο είναι απρόσφορο». Αλλά νύξη γίνεται και στην Οικουμενική διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (1948) των Ηνωμένων Εθνών[10].  Στο Σύνταγμα της Πορτογαλίας τέλος του 1976, άρθρο 21 προβλέπεται ότι «οι Πορτογάλοι θα πρέπει να απολαμβάνουν..το δικαίωμα στην αντίσταση απέναντι σε κάθε αρχή, η οποία μπορεί να προσβάλει ατομικά τους δικαιώματα».

3.Η νομολογιακή αντιμετώπιση

            Το δικαίωμα αντίστασης ως δικαίωμα με οριακό χαρακτήρα δεν συναντάται συχνά στην νομολογιακή πρακτική και γι΄ αυτό δεν έχει αντιμετωπιστεί συστηματικά από την νομολογία. Ακόμα και οι λίγες αποφάσεις που ασχολήθηκαν με το άρθρο 120 παρ.4 δεν διευκρίνισαν σε τι ακριβώς συνίσταται η κατάλυση του Συντάγματος[11]. Μια σειρά αποφάσεων[12] αμέσως μετά την μεταπολίτευση θεώρησαν παράνομο τον σκοπό ίδρυσης φιλοβασιλικών σωματείων και στην αιτιολογία τους συμπεριέλαβαν και το άρθρο 120 παρ. 4 του Συντάγματος κατά τρόπο που να μην ορίζει το περιεχόμενο του δικαιώματος. Παράδειγμα κατάλυσης του Συντάγματος αναφέρει ο Μάνεσης την παράλειψη διάλυσης της Βουλής που αναπλήρωνε τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και την παραβίαση της μυστικότητας της ψηφοφορίας στην εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας του 1985 υπό την έννοια της κατάργησης του εκλογικού σώματος ως οργάνου εξουσίας[13].Στην σύγχρονη εποχή η τάση αυτή δεν έχει αλλάξει[14].

Γ. Προϋποθέσεις άσκησης του δικαιώματος αντίστασης και συνταγματικές συνέπειες της κρίσης χρέους

Από το γράμμα της διάταξης του άρθρου 120 παρ. 4 προκύπτει ότι βασικές προϋποθέσεις άσκησης του δικαιώματος αντίστασης είναι α) η κατάλυση του συντάγματος, β) η δια της βίας κατάλυση, γ) η αντίσταση σε όποιον επιχειρεί να καταλύσει το Σύνταγμα. Ακόμη στοιχεία που πρέπει να εξεταστούν σε σχέση με αυτό είναι η έννοια του πατριωτισμού, ο φορέας του δικαιώματος και τα μέσα της αντίστασης.

1.1 Η κατάλυση του συντάγματος

1.1.1 Η θεωρία

Προϋπόθεση λοιπόν του δικαιώματος αντίστασης είναι όχι η απλή παράβαση αλλά η κατάλυση του Συντάγματος. Τι σημαίνει όμως κατάλυση του Συντάγματος; Με βάση την μέχρι τώρα νομική θεωρία, κατάλυση του Συντάγματος έχουμε όταν επέλθει η άμεση ή έμμεση κατάλυση του πολιτεύματος που εκδηλώνεται με την προσβολή της μορφής του ή μιας από τις οργανωτικές του βάσεις[15], η κατάλυση σε αυτή την περίπτωση συνίσταται τόσο στην παραβίαση των διατάξεων αυτών όσο και στην αδυναμία επιβολής των κυρώσεων του συντάγματος, δηλαδή των προληπτικών και κατασταλτικών εγγυήσεων εφαρμογής του. Το δικαίωμα αντίστασης δεν ενεργοποιείται, κατά συνέπεια, όταν παραβιάζονται διατάξεις του Συντάγματος που δεν σχετίζονται με το πολίτευμα και τις οργανωτικές του βάσεις. Ως αποτέλεσμα, το δικαίωμα αντίστασης δεν μπορεί να αποτελέσει νομιμοποιητικό έρεισμα στην αντίδραση κατά απλώς αντισυνταγματικού νόμου[16], ούτε δικαιολογεί αντίσταση σε απλώς αντισυνταγματική επιταγή, μη αναγόμενη σε κατάλυση του Συντάγματος, καθώς σε αυτή την περίπτωση υπάρχουν ακόμα διαθέσιμες οι εγγυήσεις τήρησης του Συντάγματος για την αποκατάσταση της συνταγματικής νομιμότητας. Η άποψη αυτή ταυτίζεται και με την προσέγγιση των γερμανών συνταγματολόγων που θεωρούν, στην περίπτωση της αντίστοιχης γερμανικής διάταξης, ως «παραμερισμό της συνταγματικής τάξης» τη βαρεία ή σοβαρή προσβολή της μορφής και των οργανωτικών βάσεων του πολιτεύματος και όχι μια οποιαδήποτε παραβίαση του Συντάγματος[17].
Αυτό συμβαίνει γιατί ο όρος σύνταγμα στο άρθρο 120 παρ. 4 (όπως και στο άρθρο 87 παρ. 2 Συντ) αναφέρεται στο «ουσιαστικό» σύνταγμα, το οποίο ταυτίζεται με το πολίτευμα και το οποίο είναι το σύνολο των κανόνων δικαίου που αναφέρονται στον σχηματισμό, στην οργάνωση και την άσκηση  της κρατικής εξουσίας[18]. Στο σύνταγμα όμως, πέρα από το πολίτευμα, υπάρχουν και άλλες διατάξεις που δεν αναφέρονται σε αυτό και αποτελούν μέρος του λεγόμενου «τυπικού» Συντάγματος. Το Σύνταγμα προβλέπει τις προληπτικές και κατασταλτικές εγγυήσεις εφαρμογής του τόσο για το τυπικό όσο και για το ουσιαστικό σύνταγμα. Όταν παραβιάζεται μια διάταξη του οι εγγυήσεις εφαρμογής του αναλαμβάνουν να επαναφέρουν την συνταγματική νομιμότητα. Έτσι μια απλή παράβαση του Συντάγματος (πχ η παραβίαση ενός ατομικού δικαιώματος από την  εκτελεστική και νομοθετική εξουσία) δεν συνιστά κατάλυση του Συντάγματος, εφόσον υπάρχουν οι κατασταλτικές εγγυήσεις εφαρμογής του συντάγματος. Τι συμβαίνει όμως όταν ούτε αυτές είναι σε θέση να επαναφέρουν την συνταγματική νομιμότητα; Υπάρχει κατάλυση του συντάγματος; Η απάντηση σε αυτό το σημείο δεν είναι εύκολη. Η νομολογία στις λίγες αποφάσεις δεν έχει ξεκαθαρίσει την έννοια της κατάλυσης και η θεωρία φαίνεται κατ’ αρχήν να απορρίπτει μια τέτοια προοπτική.

1.2.Η κρίση χρέους και οι Συνταγματικές της συνέπειες

Έχοντας διερευνήσει το γενικό πλαίσιο για το ζήτημα της κατάλυσης του συντάγματος, θα πρέπει να εξεταστούν πλέον οι συνταγματικές συνέπειες της κρίσης χρέους ώστε να διακριβωθεί αν ενδέχεται να πληρούν ένα τέτοιο χαρακτηρισμό.

1.2.1 Η κύρωση των «μνημονίων»[19]

Στη θεωρία επικρατεί μια συζήτηση για το θέμα της κύρωσης των κειμένων που σχετίζονται με το μνημόνιο και τις συμφωνίες δανεισμού. Αφενός μεν υπάρχει το ζήτημα της μη κύρωσης από την Βουλή των συμφωνιών δανεισμού[20], της ιδιότυπης συμφωνίας με το ΔΝΤ και του τρισυπόστατου μνημονίου. Αφετέρου μέχρι σήμερα στην Βουλή των Ελλήνων είναι κατατεθειμένο σχέδιο νόμου από τις 03/06/2010, χωρίς αυτό να έχει ψηφισθεί από την Βουλή, το οποίο περιλαμβάνει την από 08/05/2010 δανειακή σύμβαση μεταξύ Ελλάδας και κρατών μελών της Ευρωζώνης, το τρισυπόστατο μνημόνιο συνεννόησης της Ελλάδας με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για λογαριασμό των κρατών μελών της Ευρωζώνης, την συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και ΔΝΤ, με την οποία το τελευταίο εγκρίνει τον διακανονισμό χρηματοδότησης . Το άρθρο 36 παρ. 2 του Συντάγματος όμως ορίζει ότι «οι συνθήκες για εμπόριο, φορολογία, οικονομική συνεργασία και συμμετοχή σε διεθνείς οργανισμούς ή ενώσεις και όσες άλλες περιέχουν παραχωρήσεις για τις οποίες, σύμφωνα με άλλες διατάξεις του Συντάγματος, τίποτα δεν μπορεί να οριστεί χωρίς νόμο ή οι οποίες επιβαρύνουν ατομικά του Έλληνες, δεν ισχύουν χωρίς τυπικό νόμο που τις επικυρώνει» ενώ στο άρθρο 28 παρ. 1 ορίζεται ότι οι διεθνείς συμβάσεις αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του ελληνικού δικαίου από την επικύρωση τους με νόμο. Μέχρι σήμερα η δανειακή σύμβαση και τα άλλα ως άνω κείμενα που έχουν συναφθεί δεν έχουν κυρωθεί με νόμο ενώ απαιτείται μια τέτοια ενέργεια για την ολοκλήρωση και δεσμευτικότητα τους[21].

1.2.2.Το ζήτημα της πλειοψηφίας για την κύρωση και η υφέρπουσα κανονιστική ισχύς του πλέγματος του μνημονίου

Στο ζήτημα της πλειοψηφίας που απαιτείται για κύρωση η νομική θεωρία εκφράζεται αντιθετικά. Το άρθρο 28 παρ. 2 του Συντάγματος ορίζει ότι  «μπορούν να αναγνωριστούν με συνθήκη ή συμφωνία σε όργανα διεθνών οργανισμών αρμοδιότητες που προβλέπονται από το Σύνταγμα…απαιτείται πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών». Στην εισήγηση της Ε. Σαρπ για την αίτηση ακύρωσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας υποστηρίχθηκε ότι το ΣτΕ θα είχε τελικώς την δυνατότητα να προβεί σε ένα τέτοιο έλεγχο τυπικής αντισυνταγματικότητας του νόμου και όχι ουσιαστικής αντισυνταγματικότητας του, αλλά απέρριψε ως αβάσιμο τον ως άνω ισχυρισμό με την αιτιολογία ότι το Μνημόνιο δεν αποτελεί διεθνή σύμβαση και δεν αποτελεί δεσμευτικό συμβατικό κείμενο[22]. Πάντως υπάρχουν εκείνοι που υποστηρίζουν[23] ότι είτε άμεσα μέσω των ως άνω συμφωνιών είτε έμμεσα σύμφωνα με την ουσία  και το πνεύμα του Συντάγματος, το πλέγμα των συμφωνιών αυτών παραχωρούν αρμοδιότητες που προβλέπονται από το Σύνταγμα σε τρίτους και θα πρέπει υπό την έννοια αυτή η κύρωση του να γίνει με πλειοψηφία 3/5[24]. Περαιτέρω και ανεξάρτητα από το θέμα της πλειοψηφίας της κύρωσης, η θεώρηση του πλέγματος του Μνημονίου ως μη έχοντος κανονιστική εμβέλεια το θέτει στο απυρόβλητο, καθώς δεν μπορεί να ελεγχθεί από άποψη συνταγματικής νομιμότητας. Μια τέτοια όμως επιλογή, η οποία παραβλέπει την αδιαμφισβήτηση υφέρπουσα κανονιστική ισχύ του «μνημονίου»[25],  δεν οδηγεί σε επιεική αποτελέσματα. Η κυβέρνηση υπό την παρούσα κατάσταση δεν έχει διακριτική ευχέρεια σε σχέση με τις κατευθύνσεις του μνημονίου, γεγονός που καταδεικνύει την κανονιστική του εμβέλεια. Το μνημόνιο άλλωστε εισάγει μια νέα συνταγματική κατάσταση, είναι ένα εκτεταμένο πρόγραμμα εσωτερικών πολιτικών, ασφυκτικής πίεσης, το οποίο η κυβέρνηση δεν μπορεί παρά να ακολουθήσει[26].

1.2.3.Αντισυνταγματική η πρόβλεψη για απλή ενημέρωση της Βουλής για τις συμφωνίες με το ΔΝΤ και την ΕΚΤ

Επίσης για αντισυνταγματικότητα έχει γίνει λόγος και σε σχέση με το άρθρο 4 του ν. 3845/2010, με το οποίο εξουσιοδοτήθηκε ο Υπουργός Οικονομικών να υπογράφει μνημόνια, συμβάσεις και συμφωνίες, οι οποίες θα εισάγονται στην συνέχεια στην Βουλή για κύρωση. Πέντε ημέρες μετά την δημοσίευση του ο νόμος τροποποιήθηκε με την παρ. 9 του ν. 3847/2010 ορίζοντας ότι τα ανωτέρω μνημόνια θα εισάγονταν στην Βουλή όχι για κύρωση αλλά για συζήτηση και ενημέρωση, ως εάν να πρόκειται η Βουλή για «λέσχη συζητήσεων»[27]. Έτσι πέρα από την τυπική μη δεσμευτικότητα της δανειακής σύμβασης υπάρχει και η αντισυνταγματικότητα της παρ. 9 του ν. 3847/2010, η οποία αντιβαίνει ευθέως στο άρθρο 36 παρ. 1,2 του Συντάγματος[28].
1.2.4.Αντισυνταγματικότητα ιδιότυπου νόμου πλαισίου του ν. 3845/2010[29]

Στο νόμο 3845/2010 στο άρθρο 2 παρ. 1α ορίζεται ότι «με προεδρικά διατάγματα που εκδίδονται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, λαμβάνονται όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα δημοσιονομικής πολιτικής, με τη συμπλήρωση, την κατάργηση ή την τροποποίηση των διατάξεων, για την επίτευξη των στόχων του προγράμματος του προηγούμενου άρθρου». Σύμφωνα όμως με την παρ. 4 του άρθρου 43 του Συντάγματος «μπορεί να παρέχεται εξουσιοδότηση έκδοσης κανονιστικών διαταγμάτων για την ρύθμιση των θεμάτων που καθορίζονται σε αυτούς σε γενικό πλαίσιο».  Τα μνημόνια όμως που περιλαμβάνονται στον ν. 3845/2010 δεν αποτελούν συνθήκες, δεν εμπεριέχουν κανόνες δικαίου κα υπό αυτή την έννοια δεν καθορίζεται καθόλου το γενικό πλαίσιο μέσα στο οποίο παρέχεται η εξουσιοδότηση για την έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων, που  οδηγεί σε αντισυνταγματικότητα της ρύθμισης.

1.2.5. Παραβίαση ατομικών και κοινωνικών συνταγματικών δικαιωμάτων

            Η κρίση χρέους και οι εκφάνσεις της, είτε αυτή είναι η υπογραφή του μνημονίου και των δανειακών συμβάσεων, είτε είναι η διεθνής πολιτική και οικονομική πίεση ώστε να νομοθετηθούν συγκεκριμένες ρυθμίσεις αμφίβολης συνταγματικότητας, είτε είναι η ίδια η νομοθέτηση τους από την κυβέρνηση, επιφέρουν μια μακρά σειρά συνεπειών στα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα όπως αυτά κατοχυρώνονται στο Σύνταγμα. Ενδεικτικά αξίζει να αναφέρουμε:
            α) Την παραβίαση του άρθρου 22 παρ. 1 και 2, τα οποία κατοχυρώνουν το δικαίωμα στην εργασία, το οποίο λειτουργεί όχι μόνο ως κατευθυντήρια διάταξη αλλά και ως γνήσιο υποκειμενικό δικαίωμα που κατοχυρώνει δίκαιες, ασφαλείς και υγιεινές συνθήκες εργασίας[30]. Οι ρυθμίσεις που προβλέπουν δυνατότητα απόκλισης από τις κλαδικές ΣΣΕ είναι κατά την έννοια αυτή αντισυνταγματικές[31].
β)Οι μειώσεις αποδοχών αποτελούν περιορισμό της συλλογικής αυτονομίας όπως αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 22 παρ. 2 του Συντάγματος. Επιπλέον, δύσκολα μπορεί να δικαιολογηθεί με αναφορά σε λόγους δημοσίου συμφέροντος, - όπως άλλωστε η νομολογία έχει απαιτήσει σε ανάλογες περιπτώσεις στο παρελθόν[32]- , η νομοθέτηση εργασιακών ρυθμίσεων άσχετων στην λογική της εξοικονόμησης πόρων, αλλά με σαφή κατεύθυνση την ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων ώστε οι εργασιακές σχέσεις να ικανοποιούν πλέον όχι το δημοσιονομικό συμφέρον αλλά ένα συγκεκριμένο, εγκεκριμένο από τις διεθνείς αγορές μοντέλο, οικονομικής υποτίμησης ώστε η ελληνική αγορά να καταστεί εκ νέου ελκυστική για επενδύσεις ξένων κεφαλαίων. Σε αυτή την περίπτωση η στενή σύνδεση του δημόσιου συμφέροντος με το ταμειακό συμφέρον του δημοσίου δεν μπορεί να νομιμοποιήσει τις όποιες αλλαγές.
γ) Η μείωση των συντάξεων[33] και ο τρόπος καταβολής τους δεν μπορεί να υπολείπεται ενός ελάχιστου ορίου προστασίας που επιτρέπει στον ασφαλισμένο αξιοπρεπή διαβίωση και κατά το μέτρο που το παραβιάζουν οι όποιες ρυθμίσεις που αφορούν μειώσεις των συντάξεων ή οι αλλαγές στον τρόπο υπολογισμού είναι αντισυνταγματικές. Αν και, στο παρελθόν έχει κριθεί τόσο από το ΕΔΔΑ όσο και από την ελληνική νομολογία ότι  υπάρχει η ευχέρεια στο δημόσιο να μειώνει τις συντάξεις και να αλλάζει τον τρόπο υπολογισμού τους ωστόσο η ανάγνωση της προστασίας του δικαιώματος στην κοινωνική ασφάλισης δεν είναι η μόνη δυνατή. Υπάρχουν συνταγματικά δικαστήρια[34] που έχουν κρίνει ανάλογες ρυθμίσεις αντισυνταγματικές και με βάση αυτό θεωρώ ότι η μείωση των συντάξεων όπως έχει λάβει χώρα στην Ελλάδα κάλλιστα θα μπορούσε να ελεγχθεί για την συνταγματικότητα της από δικαστές που θα αφεθούν να ασκήσουν τα καθήκοντα τους χωρίς να υφίστανται πιέσεις.
            δ) Η παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας[35] (αρ. 25 παρ.1 του Συντάγματος) καθώς και της αρχής του κράτους δικαίου (άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος)  μπορεί να εντοπιστεί σε πολλές από τις νομοθετικές ρυθμίσεις της κυβέρνησης, ιδίως στις περικοπές των μισθών και συντάξεων, και στην επαχθή φορολογία. Τα  δημοσιονομικά βάρη κατανέμονται με προφανή άδικο τρόπο. Με βάση το άρθρο 4 του συντάγματος καθιερώνεται η αρχή της ισότητας στα δημόσια βάρη, γεγονός που καθιστά την τόσο κοινωνικά άδικη φορολόγηση αλλά και συνολικότερη αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης αντισυνταγματική. Στο επίπεδο του κράτους δικαίου η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη του ιδιώτη, όπως αυτή έχει καθιερωθεί από το ΔΕΕ και έχει γίνει δεκτή από το ΣτΕ ως συνταγματική αρχή που εφαρμόζεται πρωτίστως στο οικονομικό πεδίο[36] παραβιάζεται. Σειρά ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων είτε προσβάλλονται είτε υποβαθμίζονται.

1.2.6. Η Εθνική και Λαϊκή Κυριαρχία αντιμέτωπη  με το πλέγμα των ρυθμίσεων του «μνημονίου» - Η παραίτηση από την ασυλία

            Στο άρθρο 14 παρ. 5 της δανειακής σύμβασης, η οποία ως ανωτέρω δεν έχει ακόμη κυρωθεί από την Βουλή, προβλέπεται όρος παραίτησης της Ελλάδας από τις ασυλίες της εθνικής της κυριαρχίας. Σύμφωνα με αυτό το άρθρο αυτό «ο Δανειολήπτης παραιτείται αμετάκλητα και άνευ όρων από κάθε ασυλία που έχει ή πρόκειται να αποκτήσει όσον αφορά τον ίδιο ή τα περιουσιακά του στοιχεία από νομικές διαδικασίες σε σχέση με την παρούσα Σύμβαση, περιλαμβανομένων, χωρίς περιορισμούς της ασυλίας, όσων αφορά την άσκηση αγωγής, δικαστική απόφαση ή άλλη διαταγή και όσον αφορά την εκτέλεση και επιβολή κατά των περιουσιακών στοιχείων του στο βαθμό που δεν το απαγορεύει δεσμευτικό δίκαιο».  Η παροχή δε των δόσεων εξαρτάται από την υποβολή στους δανειστές γνωμοδοτήσεων στις οποίες ο δανειστής δηλώνει ότι «ούτε ο δανειζόμενος ούτε οποιαδήποτε περιουσία του έχουν ασυλία λόγω κυριαρχίας». Αν κυρωθεί η  σύμβαση τότε αυτή θα υπερισχύσει δυνάμει του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος του ν. 3068/2002 που ορίζει ότι εκτέλεση κατά του δημοσίου γίνεται μόνο στην ιδιωτική του περιουσία. Το κράτος όμως για να διασφαλίσει τις λειτουργίες του και ο λαός για να διατηρήσει την κυριαρχία του διαθέτει δημόσια ακατάσχετη περιουσία του (πχ στρατός, δημόσια κτήρια κ.α.), τα οποία είναι απαραίτητα για την ικανοποίηση των λειτουργιών του[37]. Στο μέτρο όμως και στο βαθμό που η ως άνω σύμβαση επεκτείνεται και στην δημόσια περιουσία του δημοσίου είναι αντισυνταγματική και αντιστρατεύεται την κυριαρχία του λαού. Άλλωστε όπως υπάρχει ένας πυρήνας αρμοδιοτήτων που δεν εκχωρείται σε ιδιώτες καθώς αυτές συνιστούν έκφανση της δημόσιας εξουσίας του κράτους και της κυριαρχίας, έτσι δεν επιτρέπεται το κράτος να επιτρέψει εκτέλεση στην ακατάσχετη δημόσια περιουσία του[38].
            Ο όρος αυτός επίσης[39] παραβιάζει θεμελιώδεις αρχές του κράτους δικαίου σε όλα τα επίπεδα, τόσο του διεθνούς όσο και του ευρωπαϊκού αλλά και του εθνικού δικαίου. Ο όρος μέσα από την απειλή της εθνικής κυριαρχίας προσβάλλει την δημοκρατική αρχή και τα πολιτικά και συνταγματικά δικαιώματα των Ελλήνων. Είναι αντίθετος σε οποιαδήποτε λογική αναλογικότητας, και επιπλέον είναι ανυπόστατος ως αντίθετος στις αρχές του διεθνούς δικαίου που αποτελούν για την συμβατική ελευθερία jus cogens.

1.2.7.Η καταστρατήγηση της δημοκρατικής αρχής[40]

Στο άρθρο 1 του Συντάγματος ορίζεται ως πολίτευμα η κοινοβουλευτική δημοκρατία και ότι θεμέλιο του πολιτεύματος είναι η λαϊκή κυριαρχία καθώς, και ότι όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το Λαό, υπάρχουν υπέρ αυτού και του έθνους και ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα. Οι διατάξεις αυτές είναι η βάση για την δημοκρατική αρχή, η οποία αν και δεν προσδιορίζεται με ακρίβεια σε αυτές τις διατάξεις, ωστόσο διαμορφώνεται σε ένα κανονιστικό πλαίσιο με βάση και τα υπόλοιπα άρθρα του Συντάγματος που προσδιορίζουν το περιεχόμενο της[41], το οποίο εμφυσεί το πνεύμα της δημοκρατικής αρχής στο γράμμα του Συντάγματος.
Συνταγματική Συνέπεια αποτελεί και ο ισχυρισμός περί αποδυνάμωσης αν όχι καταστρατήγησης της δημοκρατικής αρχής[42]. Η δημοκρατική αρχή έχει αποδυναμωθεί τουλάχιστο στο πνεύμα της κατά την περίοδο της κρίσης χρέους, με αιτία την προφανή κρίση νομιμοποίησης, την «φιλική εναλλαγή» των κομμάτων εξουσίας και το γεγονός ότι αποφάσεις της κυβέρνησης δεν προσδιορίζονται ούτε με βάση το αποτέλεσμα των εκλογών, ούτε με βάση το προεκλογικό πρόγραμμα. Η ουσία άλλωστε του προβλήματος του σημερινού πολιτεύματος συνίσταται στο γεγονός ότι η έννοια της λαϊκής κυριαρχίας αποτελεί πλάσμα[43]. Όπως άλλωστε έγραφε και ο Σβώλος στο Νέο Σύνταγμα , η λαϊκή κυριαρχία αποτελεί «έναν των μύθων του νεωτέρου δημοσίου βίου, απλάς προλήψεις», «πλάσματα χωρίς περιεχόμενον». Υπό αυτή την έννοια, η δημοκρατία μετατρέπεται σε κατ΄ επίφαση θεσμό ad hoc νομιμοποίησης της κυβερνητικής πολιτικής μέσω των εκλογών, των οποίων ακόμα και αυτών το πολιτικό και προγραμματικό αποτέλεσμα παραμερίζεται. Η λαϊκή κυριαρχία κάμπτεται εν όψει των δημοσιονομικών αναγκών όχι επειδή υπάρχει δημοσιονομική λιτότητα αλλά λόγω του αυθαίρετου, ανομιμοποίητου και ξεκάθαρα αντίθετου με την λαϊκή βούληση χαρακτήρα, μέσο , τρόπο, ένταση και κοινωνική δικαιοσύνη αυτής της δημοσιονομικής λιτότητας.

            1.2.8 Η όξυνση του επικαθορισμού του Ελληνικού Συντάγματος

            Ήδη πριν το πλέγμα του «μνημονίου» παρουσιαστεί στην συνταγματική μας πραγματικότητα το Ελληνική Σύνταγμα και ιδίως το οικονομικό επικαθορίζονταν από τους Συνταγματικούς σκοπούς της Ε.Ε. Οι υποχρεώσεις πού έχει άλλωστε αναλάβει η Ελλάδα και στον οικονομικό τομέα είναι πολλές με βάση τα συμβατικά κείμενα της Ε.Ε. Οι ρυθμίσεις άλλωστε της ΣΛΕΕ σχετικά με την ΟΝΕ δικαίως χαρακτηρίζονται  ως μέρος του «οικονομικού» Συντάγματος της Ελλάδας[44]. Το «μνημόνιο» όμως προβάλλει και τονίζει πλέον με οξύτητα αυτόν τον επικαθορισμό του Ελληνικού Συντάγματος[45]. Δίκαια έχει παρομοιαστεί το πλέγμα του μνημονίου με «παρασύνταγμα», με το οποίο επιχειρείται η αναπροσαρμογή του ελληνικού οικονομικού συντάγματος σε μια άλλη κατεύθυνση[46]. Η ενσωμάτωση στις αποφάσεις 2010/320/ΕΕ και 210/486/ΕΕ του Συμβουλίου του πλέγματος του «μνημονίου» εμφανίζει την συμμόρφωση στις ως άνω επιταγές ως συμμόρφωση στο Ευρωπαϊκό δίκαιο. Ο επικαθορισμός είναι το τίμημα που δέχεται κανείς για την συμμετοχή του σε αυτή την ένωση. Εχει όμως όρια αυτός ο επικαθορισμός;
Τα όρια του συγκεκριμένου επικαθορισμού μπορούν να αναζητηθούν νομικά στην αρχή του Ευρωπαϊκού δικαίου της δοτής αρμοδιότητας[47] και περισσότερο πολιτικά παρά νομικά στις αρχές της αναγκαιότητας, της αναλογικότητας, της κυριαρχίας και της αλληλεγγύης μεταξύ των Κρατών μελών. Η υιοθέτηση από το Συμβούλιο των ως άνω αποφάσεων αντίκεται στην αρχή της δοτής αρμοδιότητας, όπως αυτή καθορίζεται στα αρ. 4 και 5 της ΣΕΕ και στα άρθρα 2-6 της ΣΛΕΕ, καθότι η άσκηση εισοδηματικής, κοινωνικής, φορολογικής και ασφαλιστικής πολιτικής ανήκει στο πλαίσιο της αποκλειστικής αρμοδιότητας των Κρατών μελών.
            Επιπλέον, ο επικαθορισμός θα πρέπει να λαμβάνει χώρα με φειδώ. Σε αυτή την κατεύθυνση φαίνεται να κινούνται τα επιχειρήματα που αναφέρουν ότι α) η χρησιμοποίηση του α. 122 παρ. 2 της ΣΛΕΕ για την οικονομική βοήθεια προς την Ελλάδα από τα Κράτη Μέλη θα έπρεπε να είχε προτιμηθεί[48] β) ότι το επιχείρημα περί ρήτρας μη διάσωσης Κρατών μελών δεν ευσταθεί καθότι το άρθρο 125 της ΣΛΕΕ δεν απαγορεύει την οικειοθελή αναδοχή χρέους ή τα δάνεια αλλά το να υπεισέλθει αυτόματα και υποχρεωτικά η Ένωση ή τα Κράτη μελή στα χρέη άλλων Κρατών μελών που αντιμετωπίζουν οικονομικά προβλήματα γ) ότι το επιτόκιο της σύμβασης Δανειακής Διευκόλυνσης είναι πολύ υψηλό, δ)και ότι σε κάθε περίπτωση το οικονομικό πρόγραμμα του μνημονίου είναι αδιέξοδο. Σε αυτή την τάση της έντασης του επικαθορισμού του Ελληνικού Συντάγματος περιλαμβάνονται και οι προτεινόμενες ρυθμίσεις να συμπεριληφθεί ρήτρα στα Συντάγματα των Κρατών μελών της Ε.Ε. περί μηδενικού ελλείμματος.

1.3.Οι συνταγματικές συνέπειες της κρίσης χρέους ως στοιχείο κατάλυσης του συντάγματος

Η μορφή του ελληνικού πολιτεύματος είναι η Προεδρευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία και θεμέλιο του πολιτεύματος, κατά το σύνταγμα, είναι η λαϊκή κυριαρχία. Οι οργανωτικές βάσεις του πολιτεύματος όπως αυτό εξειδικεύεται στο Σύνταγμα του 1975 είναι η διάκριση των εξουσιών, η αντιπροσωπευτική αρχή, η κοινοβουλευτική και η δημοκρατική αρχή[49].
Στο ζήτημα της προσβολής της μορφής του πολιτεύματος μπορούν να παρατηρηθούν τα ακόλουθα: Δεν είναι αρκετό να τηρούνται οι τυπικοί κανόνες αυτού για να μην προσβάλλεται η μορφή του πολιτεύματος καθώς το ίδιο το σύνταγμα στο ίδιο εδάφιο καθιερώνει σαν θεμέλιο την λαϊκή κυριαρχία. Εάν όμως η αληθινή πραγμάτωση της λαϊκής κυριαρχίας υπονομεύεται, νοθεύεται χειραγωγείται, με διάφορες αυταρχικές μεθοδεύσεις τότε το πολίτευμα προσβάλλεται[50]. Η αναγωγή στο λαό όλων των εξουσιών δεν αρκεί αν ο λαός δεν είναι πραγματικά και ουσιαστικά κυρίαρχος των εξουσιών. Η παραίτηση όμως από την ασυλία που έχει πραγματοποιηθεί με την δανειακή σύμβαση προσβάλλει την κυριαρχία του λαού, τους κυρίαρχους θεσμούς και κατ’ ανάγκη προσβάλλει και την λαϊκή κυριαρχία ως θεμέλιο του πολιτεύματος. 
Στο ζήτημα της προσβολής των οργανωτικών βάσεων του πολιτεύματος θα μπορούσαν να παρατηρηθούν τα εξής: α) Η δημοκρατική αρχή προσβάλλεται[51], όπως ήδη αναλύθηκε με την μετατροπή της σε ένα θεσμό ad hoc νομιμοποίησης της κυβερνητικής πολιτικής.  Η εκλογή των αντιπροσώπων του λαού μέσω ελεύθερων εκλογών έχει σήμερα απαξιωθεί γεγονός που καταδεικνύει την απαξίωση της ίδιας της δημοκρατικής αρχής ως οργανωτικής βάσης του πολιτεύματος. Η προϊούσα αυτή απαξίωση στην σημερινή συγκυρία ειδικά έχει λάβει εκρηκτικές διαστάσεις. Οι πολίτες αισθάνονται ότι δεν μπορούν να επηρεάσουν με την ψήφο τις πολιτικές αποφάσεις καθώς οι πολιτικοί μοιάζουν να τις έχουν ήδη λάβει για αυτούς χωρίς αυτούς περιμένοντας στωικά το εκλογικό σώμα απλώς να επικυρώσει με όλο και μεγαλύτερη αποχή στις εκλογές τις αποφάσεις του, χωρίς να είναι και βέβαιο ότι ακόμα και αυτές τις ίδιες τις αποφάσεις, τις οποίες οι πολίτες νομιμοποιούν, στις εκλογές οι αντιπρόσωποι τους τελικά θα τις πραγματοποιήσουν. β) Περαιτέρω οργανωτική βάση του πολιτεύματος είναι και η προστασία των ατομικών δικαιωμάτων και μάλιστα η πρώτιστη των οργανωτικών βάσεων ειδικά για ένα πολίτευμα φιλελεύθερης δημοκρατίας[52]. Χωρίς την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων το πολίτευμα δεν είναι δημοκρατικό και, ακριβέστερα, δεν είναι φιλελεύθερο[53]. Οι συνταγματικές συνέπειες της κρίσης χρέους στα ατομικά δικαιώματα, όπως αναλύθηκαν, είναι πολυεπίπεδες. Ένα από τα πιο βασικά θιγόμενα είναι το δικαίωμα στην ιδιοκτησία το οποίο υφίσταται δριμύτατη επίθεση. Η τυχόν προσβολή τόσο αυτού όσο και άλλων ατομικών δικαιωμάτων συνεπώς θα μπορούσε ενδεχομένως να αποτελεί προσβολή της οργανωτικής αρχής της προστασίας των συνταγματικών δικαιωμάτων και υπό την έννοια αυτή να αποτελεί και κατάλυση του συντάγματος. γ) Πέρα όμως από την προσβολή του συντάγματος ως προς τις οργανωτικές του βάσεις, η κρίση χρέους έχει γεννήσει όλη αυτή την  μεγάλη σειρά αμφισβητήσεων της συνταγματικότητας ενεργειών που πιο πάνω αναφέρθηκαν και άλλων που τυχόν θα προκύψουν. Πολλά τυχόν αντισυνταγματικά σημεία δεν προσβάλλουν οργανωτικές βάσεις του πολιτεύματος αλλά αξίζει να σημειωθεί ότι σίγουρα προσβάλλουν μια θεμελιακή αρχή του συντάγματος, το κράτος δικαίου. Επιπλέον υπάρχει πάντα το ερώτημα πως χαρακτηρίζονται εκείνες οι παραβιάσεις του τυπικού συντάγματος, οι οποίες δεν αποκαθίστανται από τις προληπτικές και κατασταλτικές εγγυήσεις αυτού. Είπαμε ότι η θεωρία δεν είναι θετική μέχρι στιγμής να τις κατατάξει ως κατάλυση του συντάγματος. Προσωπικά θεωρώ ότι κάτι τέτοιο θα πρέπει να κριθεί κατά περίπτωση, βαθμό και ένταση της προσβολής του συντάγματος. Σωρεία παραβιάσεων του τυπικού συντάγματος θεωρώ, αν προστεθεί με μια γενικευμένη αδυναμία αντιμετώπισης τους από τις κατασταλτικές εγγυήσεις, με προεξάρχοντα τα δικαστήρια και τον έλεγχο συνταγματικότητας των νόμων, θα ήταν βάσιμο να χαρακτηριστεί κατάλυση του συντάγματος. Στην κρίση χρέους που αντιμετωπίζουμε θα πρέπει σίγουρα να περιμένουμε την αντίδραση των κατασταλτικών εγγυήσεων και κυρίως των δικαστηρίων, ωστόσο αν τελικά οι φερόμενες ως παραβιάσεις του συντάγματος δικαιώσουν την φήμη τους και δεν αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά από τις εγγυήσεις τότε η ο χαρακτηρισμός αυτός ως κατάλυση του συντάγματος δεν θα πρέπει να αποκλειστεί[54].

1.4. τα άλλα στοιχεία του δικαιώματος αντίστασης

Η συνταγματική διάταξη αναφέρει ότι το δικαίωμα αντίστασης υπάρχει «εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει». Η λέξη επιχειρεί παραπέμπει στο ερώτημα μέχρι ποιο στάδιο το δικαίωμα αντίστασης είναι νόμιμο; Αν αναλογιστεί κανείς ότι μετά την κατάλυση του Συντάγματος το νέο καθεστώς  δεν αναγνωρίζει ως νόμιμη και νομιμοποιημένη κάθε πράξη αντίστασης, τότε ως όριο του δικαιώματος αντίστασης θα πρέπει να τεθεί η σύγχρονη με την κατάλυση του Συντάγματος εφαρμογή του, με αυτή να καταλαμβάνει και την απόπειρα κατάλυσης όχι όμως τις προπαρασκευαστικές πράξεις[55]. Σε κάθε περίπτωση, είναι ούτως ή άλλως δύσκολο να προσδιοριστεί, σε μια ολόκληρη διαδικασία που προπαρασκευάζει την κατάλυση του συντάγματος, το χρονικό σημείο από το οποίο και εφεξής η συνταγματική τάξη έχει ήδη ανατραπεί. Θεωρώ ότι το στοιχείο αυτό της σύγχρονης εφαρμογής δεν θα ήταν τροχοπέδη στην εφαρμογή του δικαιώματος.
Η συνταγματική διάταξη απαιτεί η κατάλυση του συντάγματος να γίνεται με την βία. Ως βία στην περίπτωση αυτή μπορεί να εννοηθεί τόσο η απόλυτη βία, με τον κρατικό καταναγκασμό όσο και η ψυχολογική βία, η απλή δυνατότητα χρήσης του κρατικού καταναγκασμού για την επιχειρούμενη κατάλυση του συντάγματος αλλά και ο σφετερισμός της λαϊκής κυριαρχίας, είτε από τρίτους είτε από κρατικά ή υπερεθνικά όργανα ακόμα και από όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης[56](!), με οποιοδήποτε τρόπο, όπως το άρθρο 120 παρ. 3 ορίζει. Συνεπώς η βία μπορεί να εκδηλώνεται με οποιοδήποτε τρόπο από οποιονδήποτε, και να ενεργοποιεί το δικαίωμα αντίστασης, ανεξαρτήτως του τρόπου και του υποκειμένου που την χρησιμοποιεί.
Κατά τον ορισμό της διάταξης του 120 παρ. 4 η αντίσταση μπορεί να γίνει με κάθε μέσο, κάτι που σημαίνει ότι κάθε μέσο, από το πιο ήπιο έως και το πιο έντονο, είναι θεμιτό υπό τον όρο βέβαια της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας[57].

Δ. Αντί επιλόγου - Η ενδεχόμενη ενεργοποίηση του δικαιώματος αντίστασης, ο ρόλος του σε σχέση με τις συνταγματικές συνέπειες της κρίσης χρέους  και η σημασία του.

Η κρίση χρέους έχει πυροδοτήσει μια σειρά γεγονότων και συνταγματικών συνεπειών, τα οποία είναι οριακά από άποψης συνταγματικότητας. Η διακρίβωση της ενεργοποίησης του δικαιώματος αντίστασης δεν είναι εύκολη υπόθεση και ούτε είναι δυνατό να γίνει με βεβαιότητα εως αν να πρόκειται για ένα απλό καθημερινό δικαίωμα, καθώς το δικαίωμα αντίστασης από την φύση του είναι οριακό. Ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούν να ελεχθούν οι συνταγματικές συνέπειες της κρίσης χρέους σε σχέση με τα στοιχεία του δικαιώματος αντίστασης, άλλωστε «η τήρηση του συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων». Συνεπώς, η έννοια της κατάλυσης του Συντάγματος μπορεί να εξειδικεύεται ως προσβολή του πολιτεύματος και των οργανωτικών του βάσεων αλλά, όπως σημειώθηκε, κάτι τέτοιο δεν θα ήταν απίθανο να στοιχειοθετηθεί, ακόμα, και σε περίπτωση προσβολής του τυπικού συντάγματος, υπό προϋποθέσεις, και με βάση μια σύμφωνη με το πνεύμα του συντάγματος ερμηνεία. Αν θεωρήσουμε, από άποψη ουσίας, αυτή ως την πλέον κρίσιμη προϋπόθεση, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι τυπικά είναι δυνατό να στοιχειοθετηθούν και οι άλλες προϋποθέσεις του δικαιώματος. Άλλωστε όπως αναλύθηκε, το πλέγμα του μνημονίου έχει αναπτύξει και έχει την δυνατότητα να αναπτύξει εκφάνσεις, οι οποίες μπορούν, υπό προϋποθέσεις, να χαρακτηριστούν προσβολές της μορφής και των οργανωτικών βάσεων του πολιτεύματος ανάλογα και με την ερμηνεία του Συντάγματος που επιχειρεί κανείς.
Από την άλλη η επιχειρηματολογία υπέρ του «μνημονίου»[58] προβάλλει την λύση αυτή ως μονόδρομο και τις όποιες συνταγματικές συνέπειες όσο βαριές και αν είναι αυτές, από προσβολή του τυπικού συντάγματος μέχρι και την υφέρπουσα προσβολή του πολιτεύματος, ως αναγκαίο τίμημα εν όψει της κατάστασης ανάγκης που βιώνει το Κράτος. Βέβαια σε αυτό θα πρέπει να αντιπαρατεθούν αρχικά τα οικονομικά στοιχεία που δείχνουν αύξηση του χρέους από το 119% του ΑΕΠ στο 177% μέχρι το 2013[59] με την εφαρμογή αυτού του προγράμματος και το γεγονός ότι πολλοί ειδικοί οικονομολόγοι μιλούν για το αδιέξοδο αυτής της δημοσιονομικής πολιτικής. Επιπλέον η αδυναμία ενός κράτους να προβεί σε πληρωμές είναι φαινόμενο που έχει παρατηρηθεί και στο παρελθόν με τα εγχώρια συντάγματα να είναι αντιμέτωπα με προκλήσεις διατήρησης της συνταγματικής νομιμότητας. Στην περίπτωση όμως του «μνημονίου» δεν έχουμε μόνο την αδυναμία πληρωμών και τα αδιέξοδα που αυτή δημιουργεί αλλά και τον ετεροκαθορισμό, πέραν της συνταγματικής νομιμότητας των τρόπων αντιμετώπισης της. Άλλωστε, θα πρέπει να αναρωτηθούμε αν η κατάσταση ανάγκης δικαιολογεί την απώλεια της κυριαρχίας, τις προσβολές στην μορφή και στις οργανωτικές βάσεις του πολιτεύματος και την κακώς εννοούμενη οικονομική και πολιτική εξάρτηση.
Πέρα από αυτό, η ρήτρα του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος έχει αναντίρρητα βασικά πολιτική και συμβολική σημασία[60], η οποία στο επίπεδο του δικαίου αποκτά ηθικοπολιτική χροιά. Δεν εξαντλείται όμως σε αυτή καθώς, η νομική, συνταγματική και κοινωνική της σημασία δεν θα πρέπει να υποτιμηθεί. Η ρήτρα αυτή έχει υπάρξει το έρεισμα της αντίστασης των πολιτών αυτής της χώρας σε περιόδους αμφισβήτησης της συνταγματικής νομιμότητας, όπως στο κίνημα του 114. Η ρήτρα αυτή υπήρξε, ο θεμέλιος λίθος της αναγνώρισης της δυνατότητας των δικαστηρίων να ελέγχουν την συνταγματικότητα των νόμων[61].
Το δικαίωμα αντίστασης από την άλλη κινείται στο μεταίχμιο μεταξύ νομιμότητας και παρανομίας. Αποτελεί την έσχατη εγγύηση τήρησης του Συντάγματος[62]. Με αυτόν τον οριακό του χαρακτήρα συνδέονται δύο ζητήματα: α) της αμφίβολής πρακτικής νομικής του σημασίας και β) της επικουρικότητας του.  Η αμφίβολη νομική του σημασία προέρχεται από το γεγονός ότι η χρήση του είναι σπάνια και από την άλλη ότι δεν έχει αντιμετωπιστεί τουλάχιστον ακόμη με επάρκεια από την νομολογία. Όσον αφορά τον επικουρικό του χαρακτήρα αυτό συνδέεται με το γεγονός ότι για να έχει εφαρμογή θα πρέπει να εξαντληθούν οι άλλες προληπτικές και κατασταλτικές εγγυήσεις εφαρμογής[63].
Όσον αφορά την θεωρητική του θεμελίωση, το δικαίωμα αντίστασης έχει πολλές φορές βρεθεί ανάμεσα στις συμπληγάδες θετικού και φυσικού δικαίου[64]. Ως φυσικό δικαίωμα η αντίσταση τοποθετείται ως απαράγραπτο δικαίωμα απέναντι στα καταπιεστικά καθεστώτα με ιστορικό αρχέτυπο την Αντιγόνη[65]. Από την άλλη ως θετικό δικαίωμα υπάρχει επειδή το προβλέπει το σύνταγμα, και ενεργοποιείται στο μέτρο και υπό τις προϋποθέσεις που το Σύνταγμα τάσσει αποτελώντας ένα συντηρητικό δικαίωμα, υπό την έννοια ότι αποσκοπεί στην συντήρηση -  διατήρηση της συνταγματικής νομιμότητας.        
Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι το δικαίωμα αντίστασης ανήκει και στις δύο κατηγορίες, ή σε καμία από τις δύο, αλλά σε μία ιδιάζουσα τρίτη. Και αυτό γιατί από τη μία είναι θετικό δικαίωμα, καθώς προβλέπεται από το Σύνταγμα υπό όρους, έστω και με οριακή νομική αποτελεσματικότητα αλλά με προεξάρχουσα κοινωνική δυναμική. Από την άλλη δεν μπορεί να παραγνωριστεί το γεγονός ότι η θετική αυτή ρύθμιση είναι προϊόν και απόληξη ενός μακρόχρονου πολιτικο-ηθικο-φιλοσοφικού διαλόγου ανά τους αιώνες για τα όρια της εξουσίας και την νομιμοποιημένη αντίδραση σε αυτή, με το φυσικό δίκαιο να βρίσκεται πάντα σε περίοπτη θέση σε αυτόν τον διάλογο ως έρεισμα αυτής της αντίδρασης. Ομολογήθηκε εξάλλου στην Ε’ Αναθεωρητική Βουλή ότι η αντίσταση εναντίον τυρρανικών καθεστώτων, που σημειώθηκε μάλιστα ως ηθική υποχρέωση, αποκτά νομική σημασία μετά την πτώση τους, για τη νομιμοποίηση των αντιστασιακών πράξεων[66].
Συμπερασματικά, το δικαίωμα αντίστασης έχει μόνο επιφανειακά συντηρητικό χαρακτήρα καθώς στους αγώνες του ελληνικού λαού, ως αξία ηθικοπολιτική, έχει παίξει ριζοσπαστικό ρόλο στην προσπάθεια για αποκατάσταση της συντακτικής εξουσίας του λαού, δηλαδή της κυριαρχίας του και της αυτονομίας του . Η αξία άλλωστε που πρώτη από όλες είναι πιο σημαντική για τον συνταγματικό πατριωτισμού του λαού είναι η κυριαρχία και αυτονομία του, γεγονός που αναδεικνύει την σημασία και την έκταση ηθική, πολιτική και νομική του δικαιώματος αντίστασης. Το δικαίωμα αντίστασης, αντιμέτωπο με τις συνταγματικές συνέπειες της κρίσης χρέους, έχει πιθανόν οριακή νομική σημασία, χωρίς να μπορεί να αποκλειστεί η ενδεχόμενη ενεργοποίηση του, ωστόσο αποτελεί την συνεχή υπόμνηση στο λαό της κυρίαρχής εξουσίας του, την οποία νομιμοποιείται να αποκαταστήσει.





[1] Βλ.μεταξύ άλλων: Φ. Σπυρόπουλος, Το δικαίωμα αντίστασης κατά το 120 παρ. 4 του Συντάγματος, Εκδ. Αντ. Σάκκουλα, 1987, Α. Μανιτάκης, Το δικαίωμα αντίστασης κατά το άρθρο 120 παρ. 4 του Συντάγματος, ΝοΒ 52/2004, σελ. 905 επ., Γ. Κασιμάτης, Η αντίσταση στο Μελέτες ΙΙ, Κράτος και Πολίτευμα, Εκδ. Αντ. Σάκκουλα 2000, σελ. 73-125
[2] Γ. Κασιμάτης, Η αντίσταση στο Μελέτες ΙΙ, Κράτος και Πολίτευμα, Εκδ. Αντ. Σάκκουλα 2000, σελ. 78,
[3] Α. Μανιτάκης, Το δικαίωμα αντίστασης κατά το άρθρο 120 παρ. 4 του Συντάγματος, ΝοΒ 52/2004, σελ. 905-6
[4] Φ. Σπυρόπουλος, Το δικαίωμα αντίστασης κατά το 120 παρ. 4 του Συντάγματος, Εκδ. Αντ. Σάκκουλα, 1987, σελ. 94
[5] Α. Μανιτάκης, Το δικαίωμα αντίστασης κατά το άρθρο 120 παρ. 4 του Συντάγματος, ΝοΒ 52/2004, σελ. 906
[6] Φ. Σπυρόπουλος, Το δικαίωμα αντίστασης κατά το 120 παρ. 4 του Συντάγματος, Εκδ. Αντ. Σάκκουλα, 1987, σελ. 94
[7] Α. Μανιτάκης, Το δικαίωμα αντίστασης κατά το άρθρο 120 παρ. 4 του Συντάγματος, ΝοΒ 52/2004, σελ. 906
[8] Γ. Κασιμάτης, Η αντίσταση στο Μελέτες ΙΙ, Κράτος και Πολίτευμα, Εκδ. Αντ. Σάκκουλα 2000, σελ. 109-112
[9] Φ. Σπυρόπουλος, Το δικαίωμα αντίστασης κατά το 120 παρ. 4 του Συντάγματος, Εκδ. Αντ. Σάκκουλα, 1987, σελ. 30
[10] Στο προοίμιο της Οικουμενικής διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου προβλέπεται ότι «έχει ουσιαστική σημασία να προστατεύονται τα ανθρώπινα δικαιώματα από ένα καθεστώς δικαίου, ώστε ο άνθρωπος να μην αναγκάζετε να προσφεύγει, ως έσχατο καταφύγιο, στην εξέγερση κατά της τυρρανίας και της καταπίεσης…».
[11] Φ. Σπυρόπουλος, Το δικαίωμα αντίστασης κατά το 120 παρ. 4 του Συντάγματος, Εκδ. Αντ. Σάκκουλα, 1987, σελ. 21
[12] ΠρΘεσ. 1344/1975, ΠρΑθ 447/1676, ΕφΑθ 299/1978
[13]Μάνεσης, Εγγυήσεις Ι, σελ 41 επ., ΜπρΑθ 84464/1985
[14] ΣτΕ 160/2009, ΣτΕ 3670/2009, όπου απλώς γίνεται  χρήση του άρθρου 120 παρ. 4 χωρίς να ερευνάται περαιτέρω
[15] Φ. Σπυρόπουλος, Το δικαίωμα αντίστασης κατά το 120 παρ. 4 του Συντάγματος, Εκδ. Αντ. Σάκκουλα, 1987, σελ. 59-62, 109
[16] Α. Μανιτάκης, Το δικαίωμα αντίστασης κατά το άρθρο 120 παρ. 4 του Συντάγματος, ΝοΒ 52/2004, σελ. 914, Α. Σβώλος, ΣυντΔικ, σ. 102
[17] Φ. Σπυρόπουλος, Το δικαίωμα αντίστασης κατά το 120 παρ. 4 του Συντάγματος, Εκδ. Αντ. Σάκκουλα, 1987, σελ. 62
[18] Μάνεσης, ΣυντΔ., σελ. 146 επ.
[19] Με τον όρο αυτό εννοείται συνοπτικά ο συνολικός μηχανισμός μεταξύ της Ελλάδας της ΕΚΤ και του ΔΝΤ αλλά και των Κρατών μελών της Ε.Ε. για την αντιμετώπιση των δημοσιονομικών προβλημάτων της Ελλάδας.
[20] Γ. Κασιμάτης, Οι συμφωνίες δανεισμού της Ελλάδας με την ΕΕ και το ΔΝΤ, ΔΣΑ - 2010
[21] Γ. Κασιμάτης, Οι συμφωνίες δανεισμού της Ελλάδας με την ΕΕ και το ΔΝΤ, ΔΣΑ - 2010 , σελ 20
[22] Εισήγηση της Συμβούλου της Επικρατείας Ε. Σαρπ ενώπιον της Ολομέλειας του ΣτΕ στην υπόθεση του Μνημονίου (δικάσιμος 23.11.2010), www.constitutionalism.gr , σελ 40-42
[23] Γ. Κατρούγκαλου, Memoranda sunt Seranda?, ΕφΔΔ 2/2010, σελ 11
Γ. Κασιμάτης, Οι συμφωνίες δανεισμού της Ελλάδας με την ΕΕ και το ΔΝΤ, ΔΣΑ - 2010 , σελ 17-20
[24] Γ. Κασιμάτης, Οι συμφωνίες δανεισμού της Ελλάδας με την ΕΕ και το ΔΝΤ, ΔΣΑ - 2010 , σελ 20
[25] Κ. Γιαννακόπουλου, Μεταξύ εθνικής και ενωσιακής έννομης τάξης: το «Μνημόνιο» ως αναπαραγωγή της κρίσης του κράτους δικαίου, www.constitutionalism.gr , σελ 4
[26] Γ. Δρόσος, Το «Μνημόμιο» ως σημείο στροφής του πολιτεύματος, www.constitutionalism.gr , σελ 3-4
[27] Κ. Χρυσόγονου, Η χαμένη τιμή της Ελληνικής Δημοκρατίας, ΝοΒ 6/2010, σελ. 86
[28] Κ. Χρυσόγονου, Η χαμένη τιμή της Ελληνικής Δημοκρατίας, ΝοΒ 6/2010, σελ. 87, Γ. Κατρούγκαλου, Memoranda sunt Seranda?, ΕφΔΔ 2/2010, σελ 14
[29] Γ. Κατρούγκαλου, Memoranda sunt Seranda?, ΕφΔΔ 2/2010, σελ 12
[30] Γ. Κατρούγκαλου, Τα Κοινωνικά Δικαιώματα, Α. Σάκκουλας, Αθήνα,2006, σελ 133 επ.
[31] Γ. Κατρούγκαλου, Memoranda sunt Seranda?, ΕφΔΔ 2/2010, σελ 19
[32] ΣτΕ 2289/1987, ΣτΕ 2426/1983
[33] Γ. Κατρούγκαλου, Memoranda sunt Seranda?, ΕφΔΔ 2/2010, σελ 22
[34] Το Συνταγματικό δικαστήριο της Λετονίας στην υπόθεση 2009-43-01 έκρινε ότι η δραστικές περικοπές των συντάξεων ως μέτρο λιτότητας παραβίαζαν το δικαίωμα στην κοινωνική ασφάλιση και το κράτος δικαίου, βλ.  http://www.satv.tiesa.gov.lv και Κ. Γιαννακόπουλο, Το κράτος δικαίου και η εθνική κυριαρχία μπροστά στο ΔΝΤ, ΕφΔΔ 1/2010, αλλά και την πολύ σημαντική απόφαση του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου 2/9/2010, 1 BvL 1/09, BvL 3/09, 1 BvL 4/09 με την ποία οριοθετείται ο πυρήνας του συνταγματικού δικαιώματος που δεν μπορεί να προσβληθεί, βλ και. Γ. Κατρούγκαλου, Memoranda sunt Seranda?, ΕφΔΔ 2/2010, σελ 23
[35] Γ. Κασιμάτης, Οι συμφωνίες δανεισμού της Ελλάδας με την ΕΕ και το ΔΝΤ, ΔΣΑ - 2010 , σελ 48-49
[36] Γ. Κασιμάτης, Οι συμφωνίες δανεισμού της Ελλάδας με την ΕΕ και το ΔΝΤ, ΔΣΑ - 2010 , σελ 48-49
[37] Κ. Χρυσόγονου, Η χαμένη τιμή της Ελληνικής Δημοκρατίας, ΝοΒ 6/2010, σελ. 1358-1359
[38] Στε 1943/1998, Α. Καιδατζή Συνταγματικοί περιορισμοί των ιδιωτικοποιήσεων, Αθήνα-Θεσα/νικη, 2006, σ. 243
[39] Γ. Κασιμάτης, Οι συμφωνίες δανεισμού της Ελλάδας με την ΕΕ και το ΔΝΤ, ΔΣΑ - 2010 , σελ 25-26
[40] Κ. Χρυσόγονου, Η χαμένη τιμή της Ελληνικής Δημοκρατίας, ΝοΒ 6/2010, σελ. 1362 επ.
[41] Κ. Μαυριάς, Συνταγματικό δίκαιο, Εκδ. Αντ. Σάκκουλα, 2002, σελ 326
[42] Κ. Χρυσόγονου, Η χαμένη τιμή της Ελληνικής Δημοκρατίας, ΝοΒ 6/2010, σελ. 1362 επ.
[43] Δ. Καλτσώνης, Δημοκρατία και Οικονομική κρίση, Σεμινάριο Κράτος και Δίκαιο, www.kratoskaidikaio.blogspot.com
[44] Κ. Γώγου, «Έγκλημα και Τιμωρία»: Η διαδικασία του υπερβολικού ελλείμματος στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση μεταξύ δικαίου και πολιτικής, ΕφΔΔ – 4/2010,σελ 426
[45] Κ. Γιαννακόπουλου, Μεταξύ εθνικής και ενωσιακής έννομης τάξης: το «Μνημόνιο» ως αναπαραγωγή της κρίσης του κράτους δικαίου, www.constitutionalism.gr , σελ 5
[46] Γ. Κατρούγκαλος, Το οικονομικό Σύνταγμα και το «παρασύνταγμα» του Μνημονίου, http://greek-critical-legal.blogspot.com
[47]Ε. Μαριά, Η Δανειακή Σύμβαση Ελλάδος – κρατών Ευρωζωνης υπό το πρίσμα των θεσμών και του δικαίου της Ε.Ε. , ΝοΒ τ. 9/2010, σελ 2215
[48] Ε. Μαριά, Η Δανειακή Σύμβαση Ελλάδος – κρατών Ευρωζωνης υπό το πρίσμα των θεσμών και του δικαίου της Ε.Ε. , ΝοΒ τ. 9/2010, σελ 2207
[49] Κ. Μαυριάς, Συνταγματικό δίκαιο, Εκδ. Αντ. Σάκκουλα, 2002, σελ 315-328
[50] Β. Καράκωστας, Το Σύνταγμα, Νομική βιβλιοθήκη – 2006, σελ 9
[51] Κ. Χρυσόγονου, Η χαμένη τιμή της Ελληνικής Δημοκρατίας, ΝοΒ 6/2010, σελ. 1364
[52] Α. Παντελής, Εγχειρίδιο Συνταγματικού Δικαίου, εκδ. Λιβάνη, Αθήνα, 2006, σελ. 92
[53] Α. Παντελής, Εγχειρίδιο Συνταγματικού Δικαίου, εκδ. Λιβάνη, Αθήνα, 2006, σελ. 92
[54] Αρνητική η εισήγηση της Συμβούλου της Επικρατείας Ε. Σαρπ ενώπιον της Ολομέλειας του ΣτΕ στην υπόθεση του Μνημονίου (δικάσιμος 23.11.2010), www.constitutionalism.gr , σελ 40-42
[55] Φ. Σπυρόπουλος, Το δικαίωμα αντίστασης κατά το 120 παρ. 4 του Συντάγματος, Εκδ. Αντ. Σάκκουλα, 1987, σελ. 69-72, Πρακτικά Βουλής (1975), 617
[56] Α. Μανιτάκης, Το δικαίωμα αντίστασης κατά το άρθρο 120 παρ. 4 του Συντάγματος, ΝοΒ 52/2004, σελ. 913
[57] Φ. Σπυρόπουλος, Το δικαίωμα αντίστασης κατά το 120 παρ. 4 του Συντάγματος, Εκδ. Αντ. Σάκκουλα, 1987, σελ. 125
[58] Βλ. μεταξύ άλλων Π.Γκλιβάνης, Το Μνημόνιο της Ελλάδας, Εκδ. Σάκκουλα
[59] Γ. Κατρούγκαλος, Το οικονομικό Σύνταγμα και το «παρασύνταγμα» του Μνημονίου, http://greek-critical-legal.blogspot.com
[60] Α. Μανιτάκης, Το δικαίωμα αντίστασης κατά το άρθρο 120 παρ. 4 του Συντάγματος, ΝοΒ 52/2004, σελ. 913
[61] Γ. Δρόσος, Δοκίμιο Ελληνικής Συνταγματικής Ιστορίας, Εκδ. Αντ. Σάκκουλα 1996, σελ. 189-190
[62] Ξ. Γιαταγάνας, Δικαίωμα Αντίστασης και πολιτική ανυπακοή, Εκδ. Κριτική  - 2010, σελ. 307
[63] Ξ. Γιαταγάνας, Δικαίωμα Αντίστασης και πολιτική ανυπακοή, Εκδ. Κριτική  - 2010, σελ. 307
[64] Βλ. Γ. Κασιμάτης, Η αντίσταση στο Μελέτες ΙΙ, Κράτος και Πολίτευμα, Εκδ. Αντ. Σάκκουλα 2000, σελ. 73-125 με αναφορές στην ξενόγλωσση θεωρία
[65] Α. Μανιτάκης, Το δικαίωμα αντίστασης κατά το άρθρο 120 παρ. 4 του Συντάγματος, ΝοΒ 52/2004, σελ. 908
[66] Φ. Σπυρόπουλος, Το δικαίωμα αντίστασης κατά το 120 παρ. 4 του Συντάγματος, Εκδ. Αντ. Σάκκουλα, 1987, σελ. 71